Ο πόλεμος στη Συρία συνεχίζεται - Το Προσφυγικό εντείνεται



Διανύουμε ήδη τον έκτο χρόνο της Συριακής κρίσης η οποία ξεκίνησε το Μάρτιο του 2011 με τη εξέγερση αντικαθεστωτικών ομάδων, σημείο αναφοράς των οποίων ήταν η ανατροπή του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσαντ και η επιβολή του Σουνιτικού δόγματος. Η εξέγερση αυτή που επεδίωκε αρχικά πολιτικές μεταρρυθμίσεις δεν άργησε να οδηγήσει σε μακροχρόνιο σεκταριστικό εμφύλιο μεταξύ Σιιτών και Σουνιτών. Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν πέρα απ' τις Συριακές παρατάξεις ενεπλάκησαν περιφερειακές και παγκόσμιες δυνάμεις.

Είναι γεγονός πως οι ΗΠΑ και ο δυτικός κόσμος θεώρησαν ότι τα συμφέροντα τους πλήττονται απ' το μπααθικό καθεστώς, ενώ και το Ισραήλ είχε καταλήξει πως η πτώση του Άσαντ είναι προς όφελός του, διότι θα επέφερε την κατάρρευση του μεσαίου πόλου του απειλητικού σιιτικού άξονα Ιράν-Συρία-Χεζμπολά. Αμερική και Ευρώπη τάχθηκαν υπέρ των αντιφρονούντων και ενίσχυσαν αντικαθεστωτικά κινήματα τα οποία οδηγήθηκαν σε πολλαπλούς πολέμους που δεν είχαν πλέον καμία σχέση με τα αρχικά αιτήματα του Συριακού λαού. Η κατάσταση πλήρους ανομίας και αστάθειας που δημιουργήθηκε και συνέβαλε στη γέννηση και ανεξέλεγκτη απειλή του ISIS έφερε σε δυσμενή θέση τις ΗΠΑ και τα δυτικά κράτη που συνέπλεαν με τη στάση της και επέβαλε την αλλαγή της στρατηγικής τους και τη δραστηριοποίησή τους στη μάχη κατά του Ισλαμικού κράτους, όχι και με τόσο ενθαρρυντικά αποτελέσματα ωστόσο. Η Τουρκία απ' την πλευρά της παρά τη φαινομενική ουδέτερη στάση της αρχικά, έβλεπε με συμπάθεια τη δημιουργία του Ισλαμικού κράτους το οποίο τροφοδοτούσε και υπέθαλπε. Παρά τις αμερικανικές πιέσεις για διεύρυνση της συνεργασίας τους και συστράτευση κατά του ISIS η Τουρκία δείχνει το ηγεμονικό της πρόσωπο μη διαχωρίζοντας ξεκάθαρα τη θέση της απέναντι στους ισλαμιστές και βάλλοντας κατά κουρδικών στόχων. Η Ρωσία που παραδοσιακά είχε καλές σχέσεις με τη Συρία εκμεταλλεύτηκε το περιφερειακό χάος που προκλήθηκε προκειμένου να αποτελέσει μοχλό επιρροής, να αποκτήσει θέση ισχύος έναντι των άλλων δυνάμεων και ισχυρά ερείσματα στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου. Η παρέμβαση της Ρωσίας στη Συρία υπό το πρίσμα του αγώνα κατά των ακραίων εξτρεμιστών και της στήριξης του υπάρχοντος καθεστώτος ήταν η κατάλληλη ευκαιρία για την αναμόρφωση του γοήτρου της ως παγκόσμιας δύναμης και την αναβάθμιση του διεθνούς κύρους της που είχε πληγεί μετά την εμπλοκή της στο θέμα της Ουκρανίας.

Είναι φανερό λοιπόν ότι στη Συρία διακυβεύονται πολύ περισσότερα απ' την εξουδετέρωση των φανατικών ισλαμιστών καθώς ο φόβος της τρομοκρατίας, η γεωπολιτική αστάθεια που απορρέει απ' την παρουσία του ISIS και η διαιώνιση των συγκρούσεων συμφέρει κάθε υπερδύναμη που αποσκοπεί στην επίδειξη της στρατιωτικής της ισχύς και στην επέκταση των οικονομικών της συμφερόντων.Ειδικότερα, εκτός απ' τα πετρέλαια και τον ορυκτό πλούτο που αποτελούν σταθερό δέλεαρ της Δύσης στη Μέση Ανατολή αυτή η συνεχιζόμενη εμπόλεμη κατάσταση αποφέρει σημαντικά κέρδη στις πολεμικές βιομηχανίες και ευνοεί κάθε είδους λαθρεμπόριο.


Τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα ενισχύουν την πολυπλοκότητα του πολέμου στη Συρία δημιουργώντας ένα σκηνικό τραγωδίας και απόλυτου αδιεξόδου με επιπτώσεις όχι μόνο στη Μέση Ανατολή αλλά και γενικότερα στον παγκόσμιο χάρτη. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με το προσφυγικό ζήτημα, άμεσο απότοκο της συριακής κρίσης. Προσφυγικές ροές μεταβαίνουν μέσω της Τουρκίας στις ακτές των ελληνικών νησιών του βορειοανατολικού Αιγαίου.Άνθρωποι ανέστιοι με μοναδική ελπίδα το πέρασμα στην Ευρωπαϊκή "γη της Επαγγελίας" εγκλωβίζονται τελικά στην Ελλάδα η οποία δεδομένης της σημερινής της κατάστασης αδυνατεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του συνεχώς αυξανόμενου όγκου των μεταναστών.


Καταλήγοντας, είναι κάτι παραπάνω από επείγουσα η ανάγκη να επέλθει μια βιώσιμη λύση απ' τη διεθνή κοινότητα ώστε να αποκατασταθεί η ειρήνη και η σταθερότητα στην περιοχή και να δοθεί μια διέξοδος στην πολυαίμακτη τραγωδία του συριακού λαού. Η Ευρώπη παρακολουθεί αμήχανη ενώ οι Έλληνες καθημερινά γίνονται μάρτυρες της χειρότερης προσφυγικής κρίσης μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Το μεταναστευτικό ζήτημα είναι πρόβλημα ευρωπαϊκό και ως τέτοιο πρέπει να κατανοηθεί και να αντιμετωπιστεί διαφορετικά κινδυνεύει και η συνοχή της Ευρώπης.

Προφυλένια Κανελλοπούλου
Φοιτήτρια Νομικής Κομοτηνής

Τρομοκρατικό χτύπημα στην «καρδιά» των μηχανισμών της Ε.Ε. - προσφυγικό - ξενοφοβία


Ήταν μόλις 4 μήνες πριν όταν όλος ο κόσμος συγκλονίστηκε από το τρομοκρατικό χτύπημα στην καρδιά του Παρισιού με τον απολογισμό των εκατοντάδων νεκρών. Τότε όλοι μιλήσαμε για ένα μεμονωμένο γεγονός που ναι μεν χτύπησε την «καρδιά» των αξιών της Ευρώπης, ήτοι της δικαιοσύνης, της ισότητας και της αλληλεγγύης, αλλά πολλοί το απέδωσαν στους βομβαρδισμούς εναντίον θέσεων του ισλαμικού κράτους στο Ιράκ από τις γαλλικές ένοπλες δυνάμεις. Και προτού προλάβει να επανακτήσει η Ευρώπη την προ του χτυπήματος ζωή της και να εφαρμόσει τη συμφωνία της συνόδου Κορυφής για την επίλυση του προσφυγικού ένα νέο χτύπημα στην «καρδία» των μηχανισμών της Ε.Ε., τις Βρυξέλλες ήρθε να ξυπνήσει μνήμες και να αλλάξει τον ρου των πραγμάτων.

Το τρομοκρατικό αυτό χτύπημα έφερε στην επιφάνεια όσα συναισθήματα φόβου και εσωστρέφειας προσπαθούσαν τόσους μήνες να κατευνάσουν τα κράτη μέλη της Ε.Ε.. Η ανάληψη της ευθύνης του χτυπήματος από το ISIS με μια αλγεινή ανακοίνωση που υποστηρίζει τους οπαδούς του ισλαμικού κράτους και καταφέρεται εναντίον όλων των χωρών που υποστηρίζουν τη συμμαχία κατά του ισλαμικού κράτους μόνο σκεπτικισμό προκαλεί για το τι μέλλει γενέσθαι σε όλη την Ευρώπη. Ο φόβος ότι μπορεί να υπάρξει ένας νέος στόχος τρομοκρατικού χτυπήματος από το ισλαμικό κράτος είναι πιο έντονος από ποτέ και η περιχαράκωση πίσω από τα κλειστά σύνορα των κρατών αρχίζει να αποκτά ολοένα και περισσότερους υποστηρικτές. Άλλωστε λίγες ώρες μετά το τρομοκρατικό χτύπημα η Ολλανδία έσπευσε να εξαγγείλει το κλείσιμο των συνόρων της με το Βέλγιο σε μια προσπάθεια να εμποδίσει τυχόν οπαδούς του ισλαμικού κράτους να εισέλθουν στη χώρα και πιθανό μελλοντικό τρομοκρατικό χτύπημα.

Οι συλλήψεις πιθανών υπόπτων που συνδέονται με τον ISIS και συμμετείχαν στο τρομοκρατικό χτύπημα στο Παρίσι, πέρα από την απόδοση ευθυνών και δικαιοσύνης για το χτύπημα, καταδεικνύουν το φόβο και την αγωνία της Ευρώπης για την πιθανή εξάπλωση του ISIS στα κράτη μέλη, μια εξάπλωση που θεωρείται ότι θα είναι εκτός ελέγχου και δύσκολα διαχειρίσιμη από τα κράτη μέλη και η οποία όπως είδαμε επιφέρει τριγμούς στο οικοδόμημα της Ευρώπης. Το ενδιαφέρον μεταστρέφεται στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και στην όσο το δυνατόν εξάλειψη των πιθανοτήτων για νέο χτύπημα σε γειτονική χώρα του Βελγίου, η οποία θα βρίσκεται στο κέντρο λήψης αποφάσεων για το μέλλον της Ευρώπης. Το προσφυγικό και η αντιμετώπισή του περνούν σε δεύτερο πλάνο και η ξενοφοβία και ο ρατσισμός είναι δύο έννοιες που ίσως μας απασχολήσουν στο άμεσο μέλλον, καθώς χιλιάδες προσφύγων ζουν στο έδαφος ευρωπαϊκών κρατών και πολλοί ακόμα αναμένεται να αφιχθούν στο αμέσως επόμενο διάστημα. 

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η συγκυρία του χτυπήματος είναι περίεργη, καθότι στις 21 Μαρτίου ήταν η Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων, όπως καθιερώθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το 1996, και επιπλέον λίγες μέρες πριν ήταν η Σύνοδος Κορυφής στις Βρυξέλλες για την αντιμετώπιση του προσφυγικού και την υπογραφή συμφωνίας μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών και της Τουρκίας για την αντιμετώπιση του προβλήματος δείχνοντας κατά αυτό τον τρόπο την αλληλεγγύη της Ευρώπης προς τους έχοντες ανάγκη ανθρώπους που φτάνουν σε ευρωπαϊκό έδαφος. Ας δούμε λοιπόν τα κύρια σημεία της συμφωνίας και κατά πόσο θα εντείνει φαινόμενα ξενοφοβίας και ρατσισμού στην παρούσα συγκυρία.

Στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής στις Βρυξέλλες στόχος όλων των συμμετεχόντων αρχηγών κρατών ήταν η ύπαρξη συμφωνίας και η κοινή γραμμή αντιμετώπισης του κύματος προσφύγων που βρίσκονται ήδη σε ευρωπαϊκό έδαφος ή πρόκειται να έρθουν μέσα στους επόμενους μήνες με σύμμαχό τους και τον καλό καιρό. Οι προσδοκίες των Ευρωπαίων αξιωματούχων από την υλοποίηση της συμφωνίας είναι υψηλές για την αντιμετώπιση της προσφυγικής-μεταναστευτικής κρίσης. Παράλληλα, ωστόσο, η αγωνία είναι αυξημένη καθώς θεωρείται απαιτητικό στοίχημα η υλοποίηση της εν λόγω συμφωνίας με αυξημένες ευθύνες και εμπλοκή της Τουρκίας, μη κράτους μέλους της Ε.Ε. αλλά και της χώρας μας που ήδη έχει δεχθεί στο έδαφός της ένα μεγάλο αριθμό προσφύγων. 



Βεβαίως δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι οι διαβουλεύσεις ήταν πολύωρες προκειμένου να αμβλυνθούν διαφωνίες και να επιτευχθούν συγκλίσεις ανάμεσα στις ετερόκλητες προσεγγίσεις των κρατών μελών, καθένα από τα οποία βλέπει τη νέα συμφωνία και σχέση που μπορεί να προκύψει μεταξύ Ε.Ε. και Τουρκίας με βάση τις δικές του επιδιώξεις και τα δικά του συμφέροντα. Τις τελευταίες ημέρες, άλλωστε, επανήλθε στο προσκήνιο το ζήτημα της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε., πράγμα που καταδεικνύει ότι και η Τουρκία προωθεί τα δικά της συμφέροντα και τις επιδιώξεις της αποδεχόμενη τη συμφωνία για την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης. Για παράδειγμα η εκπλήρωση του όρου απελευθέρωσης βίζα που ζητούσε η Τουρκία, συμπεριλήφθηκε στο τελικό κείμενο της συμφωνίας με τον όρο, όμως, η Τουρκία να καλύψει όλα τα προαπαιτούμενα και να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την κάλυψη των προαπαιτούμενων που έχουν μείνει μέχρι την τελική απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρώπης τον Απρίλιο του παρόντος έτους.

Η Τουρκία καλείται, λοιπόν, να καταστεί κέντρο διεκπεραίωσης αιτημάτων ασύλου προς την Ευρώπη όσον αφορά στους Σύρους πρόσφυγες, καθώς και να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αποτροπή δημιουργίας νέων διόδων παράνομης εισόδου προς την Ε.Ε. είτε δια ξηράς είτε δια θαλάσσης σε συνεργασία με όλες τις γειτονικές της χώρες και την Ε.Ε. προς το σκοπό αυτό και παράλληλα να δεχθεί την επαναπροώθηση των παράτυπων μεταναστών που καταφθάνουν στα ελληνικά νησιά με πλήρη σεβασμό πάντοτε στους κανόνες διεθνούς δικαίου και στους κανόνες της Ε.Ε. Επιπροσθέτως, στη συμφωνία τονίζεται ότι τα κράτη μέλη της Ε.Ε. θα εργαστούν με την Τουρκία σε οποιαδήποτε ενέργεια θα συμβάλλει στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στη Συρία, κυρίως σε περιοχές που βρίσκονται κοντά στα τουρκικά σύνορα.

Από την άλλη πλευρά, η χώρα μας, ως εξωτερικό σύνορο της Ευρώπης, η οποία ήδη έχει δεχθεί ένα σημαντικό αριθμό προσφύγων καλείται να διαχειριστεί αποτελεσματικά αυτό τον όγκο προσφύγων. Επιπλέον, έχοντας τη στήριξη της Ε.Ε., θα κληθεί να διαχειριστεί μία πρωτόγνωρη διαδικασία, που αφορά στην παροχή δυνατότητας αιτήματος ασύλου σε όσους εισέρχονται σε ελληνικό έδαφος και την ταχεία εξέταση του αιτήματος αυτού. Παρόμοιο προηγούμενο που να αφορά τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων δεν υπάρχει πουθενά, εκτός από ορισμένα αεροδρόμια της Γερμανίας, όπου υπάρχει μια fast track διαδικασία εξέτασης αιτημάτων ασύλου που ολοκληρώνεται εντός ολίγων ωρών, ενώ στην περίπτωση της χώρας μας εκτιμάται ότι η αντίστοιχη διαδικασία θα διαρκεί στην καλύτερη περίπτωση λίγες ημέρες. Υπό το βάρος, λοιπόν, αυτής της κατάστασης, η χώρα μας βασιζόμενη στους διεθνείς κανόνες αλλά και στη Συνθήκη της Γενεύης για τους πρόσφυγες θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ομαλή και σύννομη διαχείριση του προβλήματος.

Εν όψει της συμφωνίας, η Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. εξέφρασε τις ανησυχίες της για το βαθμό υλοποίησής της και τήρησης των δεσμεύσεων εκ μέρους της Τουρκίας. Επιπλέον, η Ύπατη Αρμοστεία επισήμανε ότι θα πρέπει να διασαφηνιστούν οι τρόποι υλοποίησης της συμφωνίας, οι οποίοι θα πρέπει να σέβονται το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο καθώς οι πρόσφυγες χρειάζονται προστασία και όχι απόρριψη. Όσοι χρήζουν, λοιπόν, διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία, θα πρέπει να μπορούν να απολαμβάνουν το άσυλο χωρίς διακρίσεις σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες και να έχουν, μεταξύ άλλων, αποτελεσματική πρόσβαση στην εργασία, στην ιατρική περίθαλψη και στην εκπαίδευση των παιδιών τους, καθώς και στην κοινωνική πρόνοια όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο.

Η ανησυχία της Ύπατης Αρμοστείας για την απουσία ύπαρξης διακρίσεων μεταξύ προσφυγών και ευρωπαίων πολιτών είναι το ζήτημα που θα απασχολήσει τα ευρωπαϊκά κράτη, κυρίως λόγω της εγκατάστασης των προσφύγων σε αυτά, στο κοντινό μέλλον μετά την οριστική εγκατάσταση τους. Είναι γεγονός ότι η Ευρώπη θεωρείται μια κοινωνία ανοιχτή στη διαφορετικότητα και ανεκτική απέναντι σε πολίτες που προέρχονται από χώρες με διαφορετική πολιτιστική και θρησκευτική κουλτούρα από τους γηγενείς πολίτες της. Παρόλα αυτά, η αθρόα προσέλευση προσφύγων τους τελευταίους μήνες αναδεικνύει τα αργά αντανακλαστικά της Ευρώπης στη διευθέτηση του προβλήματος αλλά και τις ολοένα και αυξανόμενες φωνές που αντιδρούν στην εγκατάσταση προσφυγών στο έδαφος των χωρών τους με κύριο επιχείρημα ενάντια στην εγκατάσταση των προσφύγων την πιθανότητα ύπαρξης τζιχαντιστών και άλλων τρομοκρατών ανάμεσα τους, που θα θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή χιλιάδων πολιτών. 

Το σημερινό τρομοκρατικό χτύπημα ήρθε να επιβεβαιώσει τους φόβους της Ύπατης Αρμοστείας, προτού προλάβει να στεγνώσει το μελάνι της συμφωνίας. Η συμφωνία θα καταστεί ένα κείμενο που δε θα εφαρμοστεί καθώς οι εξελίξεις είναι ραγδαίες και την ξεπερνούν. Τα κράτη είναι επιφυλακτικά απέναντι στους πρόσφυγες καθώς δεν γνωρίζουν και δε μπορούν να διασταυρώσουν εύκολα και άμεσα τα στοιχεία ταυτοποίησης που λαμβάνουν από τους ίδιους, για το λόγο αυτό, άλλωστε, συγκλήθηκε έκτακτο Συμβούλιο Ασφαλείας για να εκτιμήσει την κατάσταση και να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να μη θρηνήσουμε και άλλα θύματα. Επιπλέον, και στη χώρα μας τα μέτρα ασφαλείας σε μέσα μαζικής μεταφοράς και στο διεθνή αερολιμένα καταδεικνύουν ότι έστω και αργά η Ευρώπη προσπαθεί να διατηρήσει μεν τους ρυθμούς ζωής αλλά και να μετριάσει τις πιθανότητες μελλοντικών χτυπημάτων.

Όλα τα ανωτέρω λοιπόν καταδεικνύουν ότι η πιθανότητα ύπαρξης φαινομένων ξενοφοβίας αλλά και ρατσισμού εναντίον προσφύγων, φαινόμενα που ίσως λάβουν και ακραία μορφή λόγω και της οικονομικής κρίσης που πλήττει πολλά κράτη μέλη της Ε.Ε. είναι μεγαλύτερη από ποτέ μετά τη σημερινή μέρα. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Ένωση από την ίδρυσή της έχει ως στόχο την ειρηνική διαβίωση των πολιτών των κρατών μελών της αλλά και την ομαλή ενσωμάτωση των ανθρώπων που εγκαθίστανται σε αυτή αναζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Η ανεκτικότητα στη διαφορετικότητα, είτε αυτή αφορά πολιτισμικό υπόβαθρο, είτε θρησκευτικές πεποιθήσεις, είτε οποιαδήποτε άλλη διαφορά μεταξύ των ανθρώπων, είναι εκ των ων ουκ άνευ και πρέπει τα κράτη μέλη να τη διαφυλάξουν με κάθε μέσο, ώστε να μη πληθαίνουν οι φωνές που διεγείρουν τα αισθήματα ξενοφοβίας, ούτε τα φαινόμενα ρατσιστικής συμπεριφοράς εναντίον των προσφύγων. Το μέλημα όλων πρέπει να είναι η διαφύλαξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ανθρώπων αυτών και η όσο το δυνατόν ομαλότερη ενσωμάτωση στην κοινωνική ζωή των κρατών μελών με αδιαμφισβήτητη την ανοχή στην διαφορετικότητά τους. Ούτως ή άλλως η περιχαράκωση της Ευρώπης μόνο κακό μπορεί να της κάνει και να αφήσει το φόβο και το σκοτάδι να κυριεύσει τη ζωή των πολιτών της, μετατρέποντας την σε μια κοινωνία με αξίες πολύ διαφορετικές από αυτές που πρεσβεύει.

Πετρούλα Μανδηλαρά
Δικηγόρος Αθηνών

Μεταναστευτικό ζήτημα: Δαμόκλειος σπάθη για την ελληνική κοινωνία



Η αστάθεια που επικρατεί στην Βόρειο Αφρική, Μέση Ανατολή και τις περαιτέρω ανατολικές χώρες σε συνδυασμό με το ξέσπασμα εμφυλίων πολέμων, την αύξηση των τζιχαντιστών και την ένταση της φτώχειας, έχουν σημαντικό αντίκτυπο στον άμαχο πληθυσμό. Οι συνθήκες αυτές δημιουργούν ένα πιεστικό περιβάλλον για τους κατοίκους που τελικά αποφασίζουν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, δεδομένου ότι η ζωή τους απειλείται σε καθημερινή βάση από τρομοκράτες. Καταφεύγουν λοιπόν στην Τουρκία και από εκεί είτε κινούνται προς τα βόρεια της χώρας είτε διασχίζουν τη Μεσόγειο φτάνοντας στην Ελλάδα. Εισερχόμενοι από τα νότια σύνορα, μετανάστες από τη Συρία, το Ιράν και το Αφγανιστάν που έχουν πλέον ξεπεράσει τις 25.000, αναζητούν στην Ευρώπη ασφαλές καταφύγιο, όχι απαραίτητα ένα καλύτερο βιοτικό επίπεδο αλλά ένα μεγαλύτερο ποσοστό επιβίωσης. 

Όμως το αντιπαραγωγικό σύστημα Ασύλου δεν είναι πλέον βιώσιμο, εξαιτίας της γραφειοκρατίας και της μη σύμπραξης της Ευρώπης. Άμεσο απότοκο των γεγονότων, η δημιουργία της μεταναστευτικής κρίσης. Υπό αυτά τα δεδομένα λοιπόν, δεν είναι λίγοι εκείνοι που εκμεταλλεύονται την υπάρχουσα κατάσταση με πλείονες τρόπους, όπως η διενέργεια λαθρεμπορίας, η συστηματική εργασιακή εκμετάλλευση των μεταναστών, η υπερχρέωση υπηρεσιών π.χ. τηλεφώνου. Με την άφιξη χιλιάδων προσφύγων στην ελληνική επικράτεια, εκτός απ’ την εκμετάλλευση, αναμενόμενη επίσης είναι η καλλιέργεια του εθνικισμού και ενός κλίματος ξενοφοβίας των πολιτών της χώρας υποδοχής. 

Η Ελλάδα έχοντας αυτό το ρόλο έχει καθιερώσει ορισμένους χώρους φιλοξενίας, σήμερα ασφυκτικά γεμάτους, την ίδια στιγμή που η Ευρώπη αρχίζει να υψώνει φράχτες με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Αυστρία και τις Βαλκανικές χώρες οι οποίες κλείνουν τα σύνορα τους αποτρέποντας την είσοδο χιλιάδων προσφύγων. Αυτό σημαίνει ότι δέχονται έναν πολύ περιορισμένο αριθμό μεταναστών με αποτέλεσμα αφενός την άνθιση του λαθρεμπορίου, αφετέρου την μετατροπή της Ελλάδας σε μία ‘’αποθήκη ψυχών’’. Ενόψει και των πρόσφατων αποπειρών  αυτοκτονιών που κατεγράφησαν στην Πλατεία Βικτωρίας από απελπισμένους πρόσφυγες, γίνεται αντιληπτή η ύψιστη ανάγκη εκπόνησης κατόπιν συνεργασίας Ε.Ε. και Ελλάδας, μίας Κοινής Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασύλου. Εκείνο που πρέπει να εγγυηθεί η Ευρώπη είναι ασφάλεια για όλους με πλήρη ενσωμάτωσή τους: οικονομική ενσωμάτωση με δυνατότητα νόμιμης εργασίας σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, πολιτισμική ενσωμάτωση με τη διατήρηση των παραδόσεων τους, κοινωνική ενσωμάτωση με την καλλιέργεια της αίσθησης ελευθερίας και ισότητας. Άλλωστε, επιτακτική είναι η συμπόρευση με τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και συγκεκριμένα με το άρθρο 18 του Καταστατικού Χάρτη της Ε.Ε. για τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, το οποίο εγγυάται το δικαίωμα ασύλου ανεξαιρέτως σε όλους τους πρόσφυγες, με σεβασμό προς τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951. 

Σε κλίμα αλληλεγγύης εκ μέρους της ελληνικής πλευράς ανάμεσα στα ενδεικτικά μέτρα που άμεσα πρέπει να ληφθούν περιλαμβάνονται η εφαρμογή μίας πολιτικής ενάντια στο λαθρεμπόριο, παροχή ευκαιριών εργασίας στους πρόσφυγες που προτίθεται να δουλέψουν, καθώς και τη μέγιστη δυνατή περίθαλψή τους στα κέντρα φιλοξενίας. Η κοινωνία οφείλει να συμβάλει σ΄ αυτήν την αξιόλογη προσπάθεια επιδεικνύοντας καθολικό σεβασμό των δικαιωμάτων των ευάλωτων αυτών κοινωνικών ομάδων που αναζητούν άσυλο και ασφάλεια στην προσπάθεια τους να επιβιώσουν μακριά από την πατρίδα τους. Η μετατροπή των πολιτών σε homo nationalis, αποδεχόμενοι τη διαφορετικότητα των εθίμων και παραδόσεων των προσφύγων διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην κοινωνική ενσωμάτωση των τελευταίων, ενώ η εποικοδομητική συνεργασία με την Ευρώπη  θα πριμοδοτήσει την αναχαίτιση του  αντιευρωπαϊκού κλίματος, το οποίο έχει δημιουργηθεί τον τελευταίο μήνα στην Ελλάδα.

Στεφανία Χαλιούλια
 Φοιτήτρια Νομικής Σχολής Αθηνών



Προσφυγικό: Μια «βόμβα» στα θεμέλια του οικοδομήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης



Ήταν μόλις το τρίτο εξάμηνο της Νομικής, όταν ήρθαμε σε πρώτη επαφή με το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τότε μάθαμε για πρώτη φορά τα όργανα της Ένωσης, τους τρόπους λήψης αποφάσεων και όλο το σύστημα δικαίου που διέπει τη λειτουργία της. Χρόνια αργότερα και παρακολουθώντας την παρούσα κατάσταση και τις  σπασμωδικές, πολλές φορές, κινήσεις των κρατών μελών για την αντιμετώπιση του προσφυγικού ανακαλώ στη μνήμη μου αυτό, που στην πρώτη ανάγνωση στο τότε σύγγραμμα του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση.

Στο σύγγραμμα, λοιπόν, παρουσιαζόταν η Ευρωπαϊκή Ένωση ως μια συμπαγής πολιτική και οικονομική δύναμη όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο με τεράστιο πληθυσμό, με μια τεράστια αγορά, μια από τις μεγαλύτερες του πλανήτη και ένα εκ των ισχυρότερων διεθνών νομισμάτων, το ευρώ. Ωστόσο, αναφερόταν πως τα προβλήματα που αντιμετωπίζει  η Ένωση είναι, αναμφίβολα,  πολλά και κρίσιμα και οι δυσκολίες που θα προέκυπταν από τη διεύρυνσή της με χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης θα καθιστούσαν επιτακτική ανάγκη τις θεσμικές προσαρμογές και την εν γένει μεταρρύθμισης της Ένωσης ώστε να μη διαλυθεί εξ’ ων συνετέθη και να ανταποκριθεί στη μορφή που θα λάβει η τελική ενοποίηση της. Κι αν τότε ακουγόταν υπερβολική η οποιαδήποτε αναφορά σε διάλυση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, σήμερα ακούγεται όλο και συχνότερα και η διάλυση μοιάζει σαν ένα όνειρο κακό που δε θέλουμε να βγει αληθινό.

Αναμφίβολα μια προσπάθεια μεταρρύθμισης έγινε με την υπογραφή της Συνθήκης της Λισσαβόνας στη Σύνοδο Κορυφής στη Λισσαβόνα στις 13 Δεκεμβρίου 2007, στην οποία μετείχαν οι πολιτικοί αρχηγοί και οι υπουργοί εξωτερικών των κρατών μελών της ΕΕ. Η Συνθήκη της Λισσαβόνας είναι γνωστή και ως Μεταρρυθμιστική Συνθήκη μιας και τροποποιεί τις ιδρυτικές συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήτοι τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στην εν λόγω συνθήκη αναμορφώνονται και οι τρεις πυλώνες, οι τρεις τομείς πολιτικής, στους οποίους παρεμβαίνει σε διαφορετικό βαθμό και με διαφορετικούς τρόπους, πάνω στους οποίους βασιζόταν η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδυασμό βέβαια με την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών και την εκούσια ισότιμη συμμετοχή τους. Ως εκ τούτου, στους αρχικούς τομείς πολιτικής, που αφορούσαν τις ευρωπαϊκές κοινότητες, την εσωτερική κοινή αγορά, την παιδεία, τον πολιτισμό και την πολιτική ασύλου (πρώτος πυλώνας), την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας (δεύτερος πυλώνας) και την αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε αστυνομικές υποθέσεις (τρίτος πυλώνας), αλλάζουν οι αρμοδιότητες της ΕΕ. Αποκτά, λοιπόν αποκλειστική αρμοδιότητα θέσπισης ρυθμίσεων σε ό,τι αφορά την νομισματική και εμπορική πολιτική, τους κανόνες ανταγωνισμού και τα συναφή θέματα. Σε θέματα εσωτερικής αγοράς, κοινωνικής πολιτικής, ενέργειας και ασφάλειας και δικαιοσύνης η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη μοιράζονται την αρμοδιότητα νομοθεσίας (συντρέχουσα αρμοδιότητα της ΕΕ). Τέλος, στον τομέα της παιδείας, του πολιτισμού ,του τουρισμού, της πολιτικής προστασίας και της διοικητικής συνεργασίας η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υποστηρικτική αρμοδιότητα, καθώς έχει δικαίωμα να υποστηρίξει, να συντονίσει ή να συμπληρώσει τις πράξεις των κρατών μελών. Ως εκ τούτου λοιπόν συμπεραίνουμε ότι πέρα από την εισαγωγή θεσμικών καινοτομιών, που δε θα αναλύσουμε στο παρόν άρθρο, η Συνθήκη της Λισσαβόνας ήταν η παραδοχή εκ μέρους των κρατών μελών, που την υπέγραψαν, ότι πρέπει να ανταποκριθούν στις ανάγκες της διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε να παραμείνει μια μεγάλη δύναμη, ένας «αντίπαλος», θα λέγαμε, της δύναμης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής.

Από τότε όμως φτάνουμε στο σήμερα και στην πραγματικότητα που διαμορφώνεται μετά από πολλά χρόνια οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη. Πολλά κράτη βγήκαν ματωμένα από την οικονομική κρίση και τις πολιτικές λιτότητας, άλλα προσπαθούν να ξεφύγουν από την κρίση, οι ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις βρίσκονται μπροστά σε νέα δεδομένα, νέες πολιτικές δυνάμεις αναδύονται λόγω της κρίσης και όλοι είναι αμήχανοι. Πριν προλάβει, όμως, να ξαναβρεί η Ευρώπη το βηματισμό της και να ανακτήσει όση δύναμη έχασε λόγω κρίσης βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα που την επηρεάζει αλλά η αιτία του είναι στη Συρία, το προσφυγικό.

Η γεωπολιτική κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής είναι γνωστή αλλά τελευταία με την εξάπλωση του ISIS η κρίση στη Συρία οξύνθηκε. Οι αντιμαχόμενες πλευρές, που λαμβάνουν μέρος σε αυτό τον εμφύλιο πόλεμο, υποστηρίζονται από τις ΗΠΑ, τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και τη Ρωσία με αποτέλεσμα όχι μόνο την εξάπλωση του ISIS και την καταστροφή πόλεων και μνημείων παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, αλλά κυρίως εκατοντάδες χιλιάδες προσφύγων.

Εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων, ανάμεσά τους πολλά νήπια και βρέφη, προσπαθούν λοιπόν τους τελευταίους μήνες, με όποιο μέσο μπορούν και με κίνδυνο της ζωής τους, να περάσουν τα σύνορα και να κατευθυνθούν σε χώρες τις κεντρικής Ευρώπης προς αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής μακριά από τον πόλεμο. Οι πρώτες χώρες υποδοχής είναι οι χώρες της νότιας Ευρώπης όπως η Ελλάδα και η Ιταλία. Δεν είναι άλλωστε, λίγες οι εικόνες που έχουμε δει εικόνες και δημοσιογραφικά ρεπορτάζ με εκατοντάδες πρόσφυγες να βρίσκονται σε φουσκωτές βάρκες ή να παλεύουν να βγουν από τη θάλασσα ή να περισυλλεχθούν από διασώστες σε κάποιο από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Και δεν είναι λίγες και οι φορές που έχουμε δει μικρά παιδιά να περισυλλέγονται νεκρά από διασώστες ή ανθρώπους του λιμενικού στα παράλια των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, με τους περισσότερους από εμάς να είμαστε σοκαρισμένοι με αυτές τις εικόνες αλλά και με το μέγεθος του κακού που προξενεί ο πόλεμος και δη πόλεμος στον 21ο αιώνα.

Τα κύματα προσφύγων, λοιπόν, ολοένα και αυξάνονται καθώς οι καιρικές συνθήκες πλέον είναι πιο ευνοϊκές σε σχέση με το χειμώνα. Οι ευρωπαϊκές χώρες αρχικά δεν είχαν ασχοληθεί ένθερμα με το ζήτημα του προσφυγικού, καθώς είτε υποτίμησαν το πρόβλημα και θεώρησαν ότι μετά το καλοκαίρι θα σταματήσουν οι ροές προς την Ευρώπη είτε πίστευαν ότι οι πρώτες χώρες υποδοχής της νότιας Ευρώπης πρέπει να ασχοληθούν με το ζήτημα και είναι θέμα που άπτεται της εσωτερικής πολιτικής τους.



Πολύτιμος χρόνος χάθηκε, λοιπόν, και δεν υπήρξαν οι ανάλογες πρωτοβουλίες από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέχρι πρότινος που οι προσφυγικές ροές αυξήθηκαν και ένας μεγάλος αριθμός προσφύγων κατευθύνεται προς τις χώρες της κεντρικής Ευρώπης.Tις προηγούμενες μέρες, άλλωστε, συγκλήθηκε Συμβούλιο των Υπουργών Εσωτερικών στις Βρυξέλλες  με κύριο θέμα στην ημερήσια ατζέντα το προσφυγικό και την αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος.

Κανείς, βέβαια, δεν μπορεί να παραβλέψει και ενέργειες κρατών όπως η Αυστρία, που συγκάλεσε στη Βιέννη κοινή σύσκεψη με 9 βαλκανικά κράτη, μερικά από τα οποία είναι κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως η Σλοβενία, η Κροατία και η Βουλγαρία και άλλα κράτη μη μέλη όπως η Αλβανία, η Βοσνία, το Κόσσοβο, το Μαυροβούνιο, η ΠΓΔΜ και η Σερβία, που δυναμιτίζουν τις προσπάθειες για κοινή πολιτική όλων των κρατών μελών της ΕΕ. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, άλλωστε, πως η Αυστρία είναι η πρώτη χώρα, κράτος μέλος της ΕΕ, που εκφράστηκε και πρότεινε σκληρές λύσεις για το προσφυγικό, μεταξύ των οποίων και το κλείσιμο των νοτιοανατολικών συνόρων της Ευρώπης, μετατρέποντας έτσι  τις χώρες της νότιας Ευρώπης, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, σε «αποθήκες ψυχών», όπως χαρακτηριστικά θα λέγαμε.

Επιπλέον, στη Σύνοδο Κορυφής που προηγήθηκε της ανωτέρω σύσκεψης, με θέμα το προσφυγικό αναδείχθηκαν οι αντικρουόμενες πολιτικές των ευρωπαίων ηγετών για την αντιμετώπισή του και δεν υπήρξε ομόφωνη απόφαση στο τέλος της Συνόδου. Παράλληλα, κατόπιν σύσκεψης των χωρών μελών του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, επιδιώχθηκε η συνδρομή πλοίων του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο, τα οποία θα συνεπικουρούν τις δυνάμεις της FRONTEX και τις ακτοφυλακές Ελλάδας και Τουρκίας στη διαχείριση της κρίσης. Για μια ακόμη φορά, ωστόσο,  υπήρξε σχεδόν σύμφωνη γνώμη ενάντια στη λανθασμένη πολιτική που προτείνει η Αυστρία, όπως η ανωτέρω αναφερθείσα και ο περιορισμός των αιτήσεων για άσυλο σε ένα ανώτατο όριο 80 αιτήσεων ανά ημέρα. Μάλιστα, πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες εξέφρασαν την ανησυχία τους πως το όλο ζήτημα αν ακολουθηθεί η πολιτική που προτείνει η Αυστρία θα οδηγήσει σε μια πιθανή ανθρωπιστική καταστροφή στα νοτιοανατολικά σύνορα της Ευρώπης. Είναι, άλλωστε, γνωστό τοις πάσι ότι η Αυστρία κατηγορείται, τελευταίως, ότι παραβιάζει τους διεθνείς νόμους, μεταξύ των οποίων και η Συνθήκη της Γενεύης για τους πρόσφυγες, βάζοντας νέες αμφισβητήσεις στους ήδη οριακά εφαρμοζόμενους κανόνες για το άσυλο.

Πολλοί είναι εκείνοι βεβαίως που θα επικροτήσουν τις θέσεις της Αυστρίας και θα αναρωτηθούν το λόγο για τον οποίο οι πρόσφυγες επιλέγουν την Ευρώπη και όχι γειτονικές του χώρες, όπως η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία για τη μετεγκατάστασή τους. Οι λόγοι για τους οποίους δεν επιλέγονται γειτονικές χώρες για τη μετεγκατάσταση των προσφύγων προφανώς έχουν να κάνουν με τη διαφορετική θρησκεία μερίδας προσφύγων από την επικρατούσα θρησκεία των γειτονικών τους χωρών αλλά και το γεγονός ότι πολλοί από τους πρόσφυγες είναι κουρδικής καταγωγής, πράγμα που σημαίνει ότι είναι ανεπιθύμητοι σε χώρες όπως η Τουρκία λόγω της πολιτικής κατάστασης που επικρατεί στη χώρα σε σχέση με τους Κούρδους. Από την άλλη πλευρά, οι θέσεις της Αυστρίας αλλά και των υπόλοιπων εννέα βαλκανικών κρατών είναι κάθε άλλο παρά σύμφωνες με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καθώς και με τη Συνθήκη της Γενεύης (1951) και του πρόσθετου Πρωτοκόλλου (1967) για τους πρόσφυγες και την προστασία τους. Εξάλλου, δεν πρέπει να λησμονούμε πως μεγάλος αριθμός ανθρώπων προερχόμενος από τα βαλκανικά αυτά κράτη, που εκφράζουν τέτοιες ακραίες  απόψεις, κατευθύνθηκε προς τη χώρα μας αλλά και προς χώρες της κεντρικής Ευρώπης προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής όπως οι πρόσφυγες. Στη χώρα μας, άλλωστε γνωρίζουμε σε μεγάλο βαθμό, λόγω της μικρασιατικής καταστροφής, τι εστί να είσαι πρόσφυγας και να αναγκάζεσαι να φεύγεις από τη ζωή που είχες δημιουργήσει και να προσπαθείς να ορθοποδήσεις από το μηδέν.

Συνοψίζοντας τα ανωτέρω αναφερθέντα και παρακολουθώντας τις εξελίξεις πάνω στο ζήτημα το μόνο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι αναμφίβολα το προσφυγικό επιτάσσει συντονισμένη πολιτική και δράση μεταξύ των κρατών μελών και σεβασμός στους ήδη ψηφισμένους νόμους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα αντανακλαστικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν αργά αλλά η ανάληψη της ευθύνης από κάθε χώρα στο βαθμό που της αναλογεί καθώς και η κοινή προσπάθεια για την αντιμετώπιση του προβλήματος και των προκλήσεων που αναδύονται από αυτό το πρόβλημα ουσιαστικά συμβάλλουν στην διάσωση της Σένγκεν και στη διάσωση του οικοδομήματος της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το προσφυγικό, επομένως, θέτει σε κίνδυνο την ενότητα της Ένωσης και ,κυρίως, ανθρώπινες ζωές που φεύγουν από τη φρικαλεότητα του πολέμου με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής. Η επίλυση του προσφυγικού θα αποτελέσει και μια ελπίδα για την αναγέννηση της Ένωσης και τον επαναπροσδιορισμό των αξιών και των αρχών στις οποίες στηρίζεται. Οι λύσεις, λοιπόν, δεν απαιτούν μοναχικές πρωτοβουλίες και περιθωριοποίηση κρατών αλλά συνεργασία για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα τόσο για τους πρόσφυγες όσο και για την ίδια την Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο.

Πετρούλα Μανδηλαρά,

Δικηγόρος Αθηνών

ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΠΛΗΓΩΝΕΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ



Ταπείνωση, βρισιές, απειλές, φθορές, τραύματα στο σώμα, βιασμός!! Κι όμως ζούμε σε μια προοδευτική κοινωνία όπου έχουμε κάνει  βήματα προόδου προς την ισότητα των δύο φύλων. Ακόμα όμως οι γυναίκες υφίστανται κακοποίηση κάθε μορφής σωματική, ψυχολογική/συναισθηματική, λεκτική, σεξουαλική και οικονομική. Ο φόβος αποτελεί καθημερινό συναίσθημα χιλιάδων γυναικών που διστάζουν να μιλήσουν και να ζητήσουν βοήθεια.

Η κακοποίηση των γυναικών δεν έχει σύνορα. Υπάρχει σ’ όλες τις χώρες, σ’ όλους τους πολιτισμούς, σ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα, σ’ όλες τις ηλικίες, ανεξαρτήτως θρησκείας, μορφωτικού και βιοτικού επίπεδου. Υπάρχει στα διπλανά σπίτια, ίσως και στο δικό σου.

Η κακοποίηση των γυναικών εμφανίζεται σε μεγαλύτερο ποσοστό στον χώρο της οικογένειας, γνωστή ως ενδοοικογενειακή βία. Δυστυχώς τα άτομα που ασκούν σεξουαλική κακοποίηση ή άλλης μορφής κακοποίηση είναι τα ίδια άτομα που τα θύματα- γυναίκες στηρίζονται για βοήθεια και συμπαράσταση. Η κακοποίηση αφορά ξυλοδαρμό, βίαιες σεξουαλικές επιθέσεις, φράξιμο της αναπνοής μέχρι λιποθυμίας, σπρώξιμο, καψίματα από σίδερο ή τσιγάρα, τραύματα από μαχαιρώματα,  εσωτερικές αιμορραγίες, πρησμένα µάτια και σπασμένα δόντια, ακόμα και φόνο. Σύμφωνα με ευρωπαϊκά στοιχεία δύο γυναίκες κάθε βδομάδα θανατώνονται από νυν ή πρώην σύντροφο και μία στις τέσσερις γυναίκες  έχει υποστεί ενδοοικογενειακή βία κατά τη διάρκεια της ζωής της. Αξίζει να μνημονευτεί  ότι πολλές φορές το γυναικείο σώμα χρησιμοποιείται σε πολεμικές διαμάχες για την εθνική κάθαρση πχ. πρώην Γιουγκοσλαβία ή στην Ασία όπου κατά τη διάρκεια του πολέμου βιάστηκαν και υπέστησαν ξυλοδαρμό χιλιάδες γυναίκες, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν έφηβες.

Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες του κόσμου έχει επικρατήσει ότι οι γυναίκες είναι κατώτερες και «ιδιοκτησία» των ανδρών.  Οι άντρες που οδηγούνται σε μια τέτοια συμπεριφορά εναντίον των γυναικών συνήθως προέρχονται από οικογενειακό περιβάλλον όπου υπήρχαν σκηνές βίας, με αποτέλεσμα να θεωρούν μια τέτοια συμπεριφορά συνηθισμένη και κατά κάποιο τρόπο αποδεκτή, πχ. είχαν παραστεί ως μάρτυρες κακοποίησης της μητέρας τους ή είχαν κακοποιηθεί και οι ίδιοι. Πολλοί άνδρες θεωρούν την χρήση βίας κατά των γυναικών ως ένδειξη του ανδρισμού,  τρόπου εξουσίασης των γυναικών και ανάδειξης τους ως του ισχυρότερου φύλου. Με τη βίαιη συμπεριφορά τους  προσπαθούν να υποβιβάσουν τις γυναίκες, να τις τρομοκρατήσουν, να τις κάνουν να αισθανθούν ασήμαντες, αδύναμες και υποχείρια τους.

Οι γυναίκες συνήθως ανέχονται μια βίαιη συμπεριφορά και δεν μιλούν ούτε κινητοποιούνται καθώς θεωρούν λόγω νοοτροπίας και των προτύπων που έχουν μεγαλώσει ότι η γυναίκα είναι σκιά του άντρα, πατέρα ή συζύγου κι ότι υπομένοντας την κακοποίηση κι όλες τις δυσκολίες αυτό τις κάνει καλύτερες μητέρες και συζύγους. Οι γυναίκες που υφίστανται κακοποίηση οποιασδήποτε μορφής δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν ή να παραδεχτούν τι τους συμβαίνει και αισθάνονται ανασφαλείς, ασήμαντες, έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, υποφέρουν από κατάθλιψη και άγχος και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που έχουν οδηγηθεί στην αυτοκτονία. Επίσης οι γυναίκες λόγω της οικονομικής και επαγγελματικής κατάστασης στην οποία βρίσκονται, ιδιαίτερα τώρα λόγω της οικονομικής κρίσης που βιώνει η χώρα μας αλλά και στο παρελθόν που οι γυναίκες δεν εργάζονταν αλλά ασχολούνταν κατ’ αποκλειστικότητα με τις οικιακές εργασίες, το μεγάλωμα και την ανατροφή των παιδιών τους, διστάζουν να απομακρυνθούν από τον άνδρα τους ή σύντροφο τους, κατάσταση που εκμεταλλεύονται οι άντρες χρησιμοποιώντας τα χρήματα σαν απειλή για να τις χειριστούν.

Αν συμβεί μία φορά μπορεί να ξανασυμβεί;

Δυστυχώς σε περίπτωση που σημειωθεί ένα περιστατικό κακοποίησης είναι σίγουρο ότι θα ξαναεμφανιστεί. Τις περισσότερες φορές  ο άνδρας θύτης μετά από ένα περιστατικό βίας δείχνει μετανιωμένος και στοργικός με την γυναικά και παρότι η γυναίκα βλέπει τα περιστατικά βίας να επαναλαμβάνονται θεωρεί ότι «όλα θ’ αλλάξουν». Πολλές φορές οι γυναίκες θωρούν ότι φταίνε οι ίδιες  και προκαλούν το θυμό τους.

Λανθασμένα οι γυναίκες θεωρούν ότι αν μιλήσουν για την κακοποίηση που υφίστανται θα στιγματιστούν από την κοινωνία, ότι οι άλλοι δεν θα τις πιστέψουν, ότι μπορεί να χειροτερέψουν την κατάσταση ή ακόμα ότι και οι ίδιες θα κατηγορηθούν για την κακοποίηση που υφίστανται. Οι γυναίκες θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι δεν είναι μόνες τους. Στην χώρα μας, και στην πόλη μας υπάρχουν αρκετοί φορείς που είναι έτοιμοι να υποδεχθούν τις κακοποιημένες γυναίκες, να τις στηρίξουν, ακούσουν, να  παρέχουν  ψυχολογική και νομική βοήθεια και γενικά να  προσφέρουν κάθε δυνατή λύση για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Κανένα πρόβλημα δεν λύθηκε απλώς παρατηρώντας το και κανένας δεν πρέπει να κλείνει τα μάτια του σ’ ένα τέτοιο φαινόμενο.

Είναι ένα σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα που μπορεί να λυθεί όχι μόνο αν οι γυναίκες-θύματα απεγκλωβιστούν από την κατάσταση στην οποία βρίσκονται αλλά και οι άντρες-θύτες να συνειδητοποιήσουν την βίαιη συμπεριφορά τους και να προσπαθήσουν να την καταπολεμήσουν.

Οι γυναίκες πρέπει  πάντα να θυμούνται πόσο δυνατές και αξιόλογες είναι και πως η αγάπη και η συντροφιά τους αξίζει κι ότι ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΠΛΗΓΩΝΕΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥΣ!!!

Λοβασσά Αλεξάνδρα
Δικηγόρος

Το διαχρονικό σκάνδαλο της αδειοδότησης των ιδιωτικών Μ.Μ.Ε.


1. Ο δημόσιος χαρακτήρας του φάσματος ραδιοσυχνοτήτων.

Σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, το φάσμα ραδιοσυχνοτήτων, στο οποίο εκπέμπουν οι τηλεοπτικοί σταθμοί κ.λπ., αποτελεί σπάνιο πόρο[1], η διαχείριση του οποίου συνιστά κυριαρχικό δικαίωμα του Κράτους[2]. Ως εκ τούτου, αποτελεί δημόσιο αγαθό[3] και μάλιστα με σημαντική οικονομική αξία[4] εφόσον η χορήγηση άδειας χρήσης του δίνει στον κάτοχο αυτής την δυνατότητα να αποκομίσει σημαντικά οικονομικά οφέλη και του παρέχει πλεονεκτήματα έναντι άλλων επιχειρηματιών που θα ήθελαν επίσης να χρησιμοποιούν και να εκμεταλλεύονται τον πόρο αυτό, γεγονός που δικαιολογεί την επιβολή οικονομικού ανταλλάγματος για τη χρήση του, που αντανακλά, μεταξύ άλλων, την αξία της χρήσης του εν λόγω σπάνιου πόρου[5].

Η δραστηριότητα των τηλεοπτικών σταθμών αποτελεί μεν εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας καθώς και του δικαιώματος μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών, συγχρόνως, όμως, η άσκησή της συνδέεται με την χρήση ενός δημοσίου αγαθού, που αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, και σπάνιο πόρο. Ως εκ τούτου, η επιβολή της υποχρέωσης καταβολής ανταλλάγματος για την χρήση των ραδιοσυχνοτήτων μετάδοσης τηλεοπτικών εκπομπών με σκοπό να εξασφαλισθεί η βέλτιστη χρήση του εν λόγω σπανίου πόρου, ήτοι προς εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού, συνιστά θεμιτό, κατ’ αρχήν, κατά το Σύνταγμα περιορισμό της οικονομικής ελευθερίας, ιδία εν όψει του άρθρου 106 παρ.1 του Συντάγματος, που προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι το Κράτος «Λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα για την αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, από την ατμόσφαιρα και τα υπόγεια ή υποθαλάσσια κοιτάσματα», ο οποίος δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος επιχειρηματική ελευθερία, κινείται δε εντός των ορίων που χαράσσει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.

Κατά συνέπεια, για την χρήση ενός δημοσίου αγαθού, ήτοι των διαύλων ραδιοσυχνοτήτων, προς μετάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων σε ευρύ αριθμό αποδεκτών-τηλεθεατών, όχι μόνο είναι θεμιτό κατά το Σύνταγμα αλλά και απαιτείται οικονομικό αντάλλαγμα, επιβαλλόμενο για την κάλυψη του κόστους ειδικώς παρεχόμενης -στους βαρυνόμενους με αυτό- δημοσίας υπηρεσίας, η οποία αποτελεί και σπάνιο πόρο.

2. Το νομικό καθεστώς αδειοδότησης της ιδιωτικής τηλεόρασης.
2.1. Ο αρχικός νόμος 1866/1989.

Με το ν. 1866/1989, «Ίδρυση Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεοράσεως και παροχή αδειών για την ίδρυση και λειτουργία τηλεοπτικών σταθμών» (ΦΕΚ τ. Α΄ αρ. φ. 222/6.10.1989), της κυβέρνησης Τζαννετάκη (συγκυβέρνηση ΝΔ-ΚΚΕ), καταργήθηκε το κρατικό μονοπώλιο τηλεοπτικών εκπομπών και επιτράπηκε για πρώτη φορά η χορήγηση σε ανώνυμες εταιρείες και Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) άδειας ίδρυσης και λειτουργίας ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού για την πραγματοποίηση απ’ ευθείας τηλεοπτικών εκπομπών στις εκάστοτε αρμοδίως καθοριζόμενες συχνότητες ή ζώνες συχνοτήτων[6].

Οι βασικές προϋποθέσεις που έθετε ο ανωτέρω ν. 1866/1989 για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού από ανώνυμες εταιρείες ήταν:
  (α)   Οι  μετοχές  της  εταιρείας  να είναι  υποχρεωτικώς  ονομαστικές και κανένας μέτοχος να μην ελέγχει  περισσότερο  από  το 25%  του μετοχικού κεφαλαίου[7].
  (β)  Οι  εταιρείες  να  είναι  «φερέγγυες» και  να  «απολαμβάνουν αξιοπιστίας», χωρίς όμως να περιγράφεται στο νόμο βάσει ποιων κριτηρίων θεωρούνται φερέγγυες και αξιόπιστες.
  (γ) Η «…πληρότητα  και  η  ποιότητα  του  προγράμματος  και  η εμπειρία  και  παράδοση  των  μετόχων  της  εταιρείας στα μέσα μαζικής επικοινωνίας…».

Το τελευταίο ως άνω κριτήριο, οδήγησε (μεταξύ άλλων) τους εκδότες των εφημερίδων «Βήμα» (Λαμπράκης), «Τα Νέα» (Λαμπράκης), «Έθνος» (Μπόμπολας), «Ελευθεροτυπία» (Τεγόπουλος) και «Μεσημβρινή» (οικογένεια Βαρδινογιάννη), να ιδρύσουν το «Mega Channel» και τους εκδότες των εφημερίδων «Ελεύθερος Τύπος» και «Απογευματινή» μαζί με τον επιχειρηματία Μ. Κυριακού να ιδρύσουν τον «Antenna».
Σύμφωνα με το άρθρο 5 του ανωτέρω νόμου, η εταιρεία, στην οποία χορηγείται άδεια ίδρυσης και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού, συνάπτει με το Ελληνικό Δημόσιο «σύμβαση παραχωρήσεως μη κρατικής τηλεοράσεως», στην οποία περιέχονται οι ειδικότεροι όροι της παραχώρησης, ενώ κατά το άρθρο 9, «Εκχώρηση ποσοστού κερδών», «...η εταιρεία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκχωρεί κατ’ έτος στο κράτος ποσοστό των καθαρών κερδών της, το ύψος του οποίου καθορίζεται με τη σύμβαση» και «εισπράττεται κατά τις διατάξεις του νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων».
Κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού εκδόθηκε περιορισμένος αριθμός αδειών τηλεοπτικών σταθμών από την κυβέρνηση Μητσοτάκη[8], ενώ ήδη αρκετοί λειτουργούσαν με προσωρινές άδειες από το 1989, αμέσως μετά την ψήφιση του ανωτέρω νόμου.

Σύμφωνα με τις εν λόγω άδειες, «α. Η άδεια του σταθμού τελειούται με τη σύναψη της συμβάσεως παραχωρήσεως και ανακαλείται αυτοδικαίως αν μέσα σε εννέα μήνες από τη χορήγησή της δεν συναφθεί η ως άνω σύμβαση…δ. Μέχρι την ολοκλήρωση της άδειας με την υπογραφή της συμβάσεως παραχωρήσεως, επιτρέπεται στην εταιρεία η πραγματοποίηση εκπομπών, για τις οποίες η εταιρεία είναι υποχρεωμένη να τηρεί τους νόμους του κράτους και τους κανονισμούς του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεοράσεως, υποκείμενη στις κυρώσεις που προβλέπονται από το Ν. 1866/1989 και τους συναφείς νόμους…».

Επί της ουσίας δηλαδή, με το ν. 1866/1989 επιτράπηκε η ίδρυση ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών από ανώνυμες εταιρείες, οι οποίες και θα απέδιδαν ορισμένο (αδιευκρίνιστο από τον εν λόγω νόμο) ποσοστό από τα έσοδά τους στο κράτος, όπως αυτό (ποσοστό) θα διαμορφώνονταν από τις μέλλουσας να συναφθούν συμβάσεις παραχώρησης.
Στη συνέχεια, με Υπουργικές Αποφάσεις (Υ.Α.) δόθηκαν άδειες ίδρυσης και λειτουργίας σε ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς, χωρίς να έχουν υπογραφεί οι συμβάσεις παραχώρησης και με την αυστηρή προϋπόθεση να υπογραφούν αυτές 9 μήνες μετά τη δημοσίευση των εν λόγω αδειών. Διαφορετικά οι ήδη χορηγηθείσες άδειες θα ανακαλούνταν αυτοδίκαια, όπως ρητά καθόριζαν οι σχετικές Υ.Α.
Πλην όμως, οι ανωτέρω συμβάσεις παραχώρησης δεν υπογράφηκαν ποτέ (και φυσικά όχι μέσα στο 9μηνο που απαιτούσαν οι ως άνω Υ.Α.), με αποτέλεσμα οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί να λειτουργούν, εκμεταλλευόμενοι έναν σπάνιο δημόσιο πόρο, κατά τη νομολογία του ΣτΕ, χωρίς να αποδίδουν ούτε ένα ευρώ στο κράτος.

2.2. Η «αλλαγή» του νομικού καθεστώτος της αδειοδότησης των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών με το ν. 2328/1995.

Μετά το πέρας 6 ετών, κατά τη διάρκεια των οποίων, οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί λειτουργούσαν εντελώς δωρεάν και προκειμένου να ρυθμιστεί το καθεστώς της ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης, ψηφίστηκε ο ν. 2328/1995, «Νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεόρασης και της τοπικής ραδιοφωνίας, ρύθμιση θεμάτων της ραδιοτηλεοπτικής αγοράς και άλλες διατάξεις», (ΦΕΚ τ. Α΄ αρ. φ. 159/3.8.1995) της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ με εισηγητή τον Υπουργό Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης κ. Ευάγγελο Βενιζέλο.

Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, αφενός καταργήθηκε η υποχρέωση σύναψης «σύμβασης παραχώρησης» που προβλεπόταν από το ν. 1866/1989 και ορίστηκε ότι για την ίδρυση, εγκατάσταση και λειτουργία ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών, απαιτείται προηγούμενη διοικητική άδεια[9] και αφετέρου καθορίσθηκε η διαδικασία χορήγησης της άδειας, η οποία περιλάμβανε την προκήρυξη ορισμένου (αλλά όχι καθορισμένου στο νόμο) αριθμού αδειών κατά κατηγορία σταθμών (εθνικής, περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας), την υποβολή αιτήσεων από τους ενδιαφερομένους και την επιλογή επί τη βάσει κριτηρίων που διαγράφονταν από άρθρο 2 του εν λόγω νόμου.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 21 του ως άνω ν. 2328/1995, «Η άδεια χορηγείται υπό τον όρο της καταβολής ελάχιστου ετήσιου ανταλλάγματος υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για τη χρήση ορισμένου ή ορισμένων διαύλων ραδιοσυχνοτήτων, μέσω επίγειων πομπών που παραχωρούνται στο σταθμό αυτής της κατηγορίας. Το αντάλλαγμα καθορίζεται σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί των ακαθάριστων εσόδων του σταθμού. Τα ποσοστά αυτά μπορούν να αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Τύπου και ΜΜΕ και εισπράττονται σε ετήσια βάση κατά τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, όπως ισχύει κάθε φορά. Τίτλος εκτελεστός είναι η σχετική απόφαση του Υπουργού Τύπου και Μ.Μ.Ε. Από το αντάλλαγμα που προβλέπει η παράγραφος αυτή, απαλλάσσονται οι επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., που κατέχουν άδεια ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού».

Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 παρ. 6 του ιδίου ν. 2328/1995, «Όλες οι αιτήσεις για χορήγηση άδειας ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών αξιολογούνται με σύστημα βαθμολόγησης με μόρια με βάση τα παρακάτω κριτήρια:
  α) Κριτήριο χρόνου λειτουργίας του σταθμού:
Τηλεοπτικοί σταθμοί που λειτουργούν με άδεια βαθμολογούνται με ένα (1) μόριο για κάθε συμπληρωμένο έτος λειτουργίας με αφετηρία την ημέρα δημοσίευσης της σχετικής απόφασης του Ε.Σ.Ρ. Το κριτήριο αυτό μπορεί να αποφέρει στους αιτούντες έως το πολύ τέσσερα (4) μόρια.
  β) Κριτήριο απασχολούμενου προσωπικού:
Οι σταθμοί βαθμολογούνται για κάθε πενήντα (50) απασχολούμενους με σύμβαση εργασίας που είναι ασφαλισμένοι στα οικεία ασφαλιστικά ταμεία και περιλαμβάνονται στις εγκεκριμένες από την επιθεώρηση εργασίας μισθολογικές καταστάσεις με ένα (1) μόριο. Το κριτήριο αυτό μπορεί να αποφέρει στους αιτούντες έως το πολύ τέσσερα (4) μόρια. Για τη βαθμολόγηση με βάση το παραπάνω κριτήριο λαμβάνεται υπόψη, για τον προσδιορισμό του αριθμού των απασχολουμένων, ο μέσος όρος των τελευταίων δώδεκα (12) μηνών. Για τη χορήγηση νέων αδειών λαμβάνεται υπόψη η οικονομοτεχνική μελέτη βιωσιμότητας και η σχεδιαζόμενη επένδυση. Το στοιχείο αυτό μπορεί να προσπορίσει στον αιτούντα έως δύο (2) μόρια. Ο αναφερόμενος στη μελέτη ή διαμορφωμένος αριθμός θέσεων εργασίας ανά χρόνο λειτουργίας καθίσταται όρος της άδειας, τόσο σε περίπτωση νέας άδειας, όσο και σε περίπτωση ανανέωσης.
  γ) Κριτήριο πραγματικής επένδυσης και πληρότητας εξοπλισμού:
Οι υποψήφιοι τηλεοπτικοί σταθμοί βαθμολογούνται με ένα (1) μόριο για κάθε εκατόν πενήντα, εκατομμύρια (150.000.000) δραχμές πραγματικής επένδυσης, με βάση την αξία του χρόνου κρίσης της αίτησης. Η αξία πραγματικής επένδυσης αποδεικνύεται με την προσκόμιση των αντίστοιχων τιμολογίων που έχουν  καταχωρηθεί στα φορολογικά στοιχεία της επιχείρησης. Το κριτήριο αυτό μπορεί να αποφέρει στους υποψήφιους έωςτο πολύ τέσσερα (4) μόρια. Για τη χορήγηση νέων αδειών και εφόσον δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί πραγματική επένδυση, λαμβάνεται υπόψη η οικονομοτεχνική μελέτηβιωσιμότητας και η σχεδιαζόμενη επένδυση. Το στοιχείο αυτό μπορεί να αποφέρει στους αιτούντες έως δύο (2) μόρια. Το αναφερόμενο ύψος της πραγματικής επένδυσης ανά χρόνο λειτουργίας καθίσταται όρος της άδειας, τόσο σε περίπτωση νέας άδειας, όσο και σε περίπτωση ανανέωσης.
  δ) Κριτήριο προγραμματικής πληρότητας:
Κατά την αξιολόγηση των υποψηφίων με βάση το κριτήριο της προγραμματικής πληρότητας λαμβάνονται υπόψη η εμπειρία, οι γνώσεις και η ικανότητα των υπευθύνων προγραμμάτων και των συνεργατών του σταθμού, η ανάπτυξη προγραμμάτων στους τομείς ενημέρωσης, επιμόρφωσης και ψυχαγωγίας, η ποιότητα του προγράμματος, τόσο των γενικής στόχευσης σταθμών, όσο και των ειδικών σταθμών με ιδιαίτερο προσανατολισμό σε έναν από τους παραπάνω τομείς ή σε μία από τις μορφές του λόγου ή της τέχνης. Λαμβάνεται επίσης υπόψη η αυτοδέσμευση του σταθμού ως προς τους κώδικες δημοσιογραφικής δεοντολογίας και δεοντολογίας προγραμμάτων και διαφημίσεων που προτίθεται να εφαρμόσει. Όλα τα παραπάνω στοιχεία συνεκτιμώνται από το Ε.Σ.Ρ. και βαθμολογούνται με ένα (1) έως δέκα (10) μόρια…».

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ευκρινώς ότι οι ήδη, κατά το χρόνο δημοσίευσης του εν λόγω ν. 2328/1995, λειτουργούντες τηλεοπτικοί σταθμοί, παρότι δεν είχαν υπογράψει τις απαιτούμενες «συμβάσεις παραχώρησης» και άρα οι άδειές τους θα έπρεπε σύμφωνα με το ν. 1866/1989 να έχουν ανακληθεί και μάλιστα αυτοδικαίως ήδη από το 1994, πριμοδοτήθηκαν εξόφθαλμα από τα κριτήρια που έθεσε ο ν. 2328/1995 εις βάρος εκείνων που για πρώτη φορά θα υπέβαλλαν αίτηση άδειας ίδρυσης βάσει του νέου θεσμικού πλαισίου, καθώς οι ήδη παρανόμως λειτουργούντες σταθμοί μπορούσαν βάσει της ανωτέρω διάταξης να λάβουν για κάθε κριτήριο διπλάσιο αριθμό μορίων από εκείνους που για πρώτη φορά θα υπέβαλλαν αίτηση (4 μόρια για τους ήδη υπάρχοντες έναντι 2 των νέων).

Περαιτέρω, στο άρθρο 5 παρ. 1 του ιδίου νόμου και υπό τον τίτλο, «Μεταβατικές διατάξεις για τους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς», ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Άδειες που έχουν χορηγηθεί σε ανώνυμες εταιρείες ή δημοτικές επιχειρήσεις κατά το άρθρο 4 του ν. 1866/1989 εξακολουθούν να ισχύουν για διάστημα ενός (1) έτους από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού. Μετά τη λήξη τους ακολουθεί η διαδικασία ανανέωσης που προβλέπεται στο άρθρο 2 του παρόντος νόμου...».


2.3. Οι συνεχείς παρατάσεις των αδειών λειτουργίας των ήδη λειτουργούντων παρανόμως ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών.

Η προκήρυξη που προβλεπόταν από τις διατάξεις του ανωτέρω ν. 2328/1995 δεν εκδόθηκε ποτέ, με αποτέλεσμα να δίνονται συνεχώς παρατάσεις λειτουργίας των ήδη παρανόμως λειτουργούντων τηλεοπτικών σταθμών, μέσω διατάξεων σε άσχετους με το αντικείμενο νόμους που ψήφιζε η ελληνική Βουλή.

Ειδικότερα, με το άρθρο 4 του ν. 2438/1996, «Περί κυρώσεως της από 7ης Μαϊου 1996 Συμβάσεως μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εταιρείας ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΓΕΩΡΓΙΚΗ - ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ Α.Ε. για την τροποποίηση και συμπλήρωση της από 4ης Νοεμβρίου 1968 Συμβάσεως μεταξύ των αυτών Συμβαλλομένων, όπως τροποποιήθηκε και άλλες διατάξεις.», (ΦΕΚ τ. Α΄ αρ. φ. 211/29.8.1996) ορίστηκε ότι, «Η ισχύς των αδειών τηλεοπτικών σταθμών του άρθρου 5 παράγραφος 1 του Ν. 2328/1995 (ΦΕΚ 159 Α’/3.8.1995) παρατείνεται για εννέα (9) μήνες από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του παρόντος Νόμου. Για την παράταση αυτή καταβάλλεται από τους τηλεοπτικούς σταθμούς αντάλλαγμα υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με την παράγραφο 21 του άρθρου 1 του Ν. 2328/1995. Ως βάση υπολογισμού των ακαθαρίστων εσόδων λαμβάνεται υπ’ όψη η τελευταία διαχειριστική χρήση κάθε τηλεοπτικού σταθμού. Η ισχύς της παρούσας διάταξης αρχίζει από τις 3 Αυγούστου 1996».

Ακολούθως, στο άρθρο 17, «Μεταβατικές διατάξεις για τους όρους λειτουργίας των τηλεοπτικών σταθμών» του ν. 2644/1998, «Για την παροχή συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών και συναφείς διατάξεις.», (ΦΕΚ Α΄ 233/13.10.1998), ορίσθηκε ότι, «1. Οι τηλεοπτικοί σταθμοί περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας που λειτουργούν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου και έχουν υποβάλει εμπροθέσμως αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού σύμφωνα με τη διαδικασία των υπ’ αριθ. 4775/1/3.3.1998 (ΦΕΚ παρ. 15), 4774/1/3.3.1998 (ΦΕΚ παρ. 14), 15011/Ε/13.7.1998 (ΦΕΚ παρ. 36) αποφάσεων του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες εντός της γεωγραφικής περιοχής που αντιστοιχεί στον αναγραφόμενο στην αίτησή τους Χάρτη Συχνοτήτων του Παραρτήματος ΙΙ της υπ’ αριθμ. 15587/Ε/19.8.1997 κοινής απόφασης των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ΦΕΚ 785 Β΄), μέχρι την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης με την οποία θα χορηγηθούν άδειες λειτουργίας ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών για την αντίστοιχη περιοχή ή μέχρι την έκδοση απορριπτικής απόφασης μετά την ολοκλήρωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 2 παρ. 5 περιπτώσεις γ΄ και δ΄ του ν. 2328/1995 ελέγχου συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων ή της επάρκειας της τεχνικής μελέτης…2. Οι αναφερόμενοι στην προηγούμενη παράγραφο τηλεοπτικοί σταθμοί οφείλουν να τηρούν τους προβλεπόμενους από το άρθρο 3 του ν. 2328/1995 κανόνες λειτουργίας, καθώς και αυτούς που προβλέπονται από τους ισχύοντες κώδικες δεοντολογίας του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και τη νομοθεσία περί προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας…».

Περαιτέρω, με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων στο άρθρο 14 του Συντάγματος προστέθηκε παράγραφος 9, σύμφωνα με την οποία, «9. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς, η οικονομική κατάσταση και τα μέσα χρηματοδότησης των μέσων ενημέρωσης πρέπει να γίνονται γνωστά, όπως νόμος ορίζει. Νόμος προβλέπει τα μέτρα και τους περιορισμούς που είναι αναγκαίοι για την πλήρη διασφάλιση της διαφάνειας και της πολυφωνίας στην ενημέρωση. Απαγορεύεται η συγκέντρωση του ελέγχου περισσότερων μέσων ενημέρωσης της αυτής ή άλλης μορφής. Απαγορεύεται ειδικότερα η συγκέντρωση περισσότερων του ενός ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης της αυτής μορφής, όπως νόμος ορίζει. Η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών. Η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και κάθε είδους παρένθετα πρόσωπα, όπως συζύγους, συγγενείς, οικονομικά εξαρτημένα άτομα ή εταιρείες. Νόμος ορίζει τις ειδικότερες ρυθμίσεις, τις κυρώσεις που μπορεί να φθάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού και μέχρι την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης, καθώς και τους τρόπους ελέγχου και τις εγγυήσεις αποτροπής των καταστρατηγήσεων των προηγούμενων εδαφίων».

Για την ρύθμιση των ειδικότερων θεμάτων, περί των οποίων διαλαμβάνει η  προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη εκδόθηκε ο ν. 3021/2002, «Περιορισμοί στη σύναψη δημοσίων συμβάσεων με πρόσωπα που δραστηριοποιούνται ή συμμετέχουν σε επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης και άλλες διατάξεις.», (ΦΕΚ τ. Α΄ 143/19.6.2002), βάσει του άρθρου 7 παρ. 2 του οποίου οι ανωτέρω άδειες των ήδη παρανόμως λειτουργούντων τηλεοπτικών σταθμών παρατάθηκαν επ’ αόριστον «μέχρι την πρώτη εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2328/1995 με την έκδοση αδειών λειτουργίας για την αντίστοιχη γεωγραφική περιοχή».

Παράλληλα και επειδή, οι διαγωνιστικές διαδικασίες, στις οποίες αναφέρονταν το προαναφερόμενο άρθρο 17 του ν. 2644/1998, δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, ένας άλλος νόμος ρύθμισε την έκβασή τους. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 19 του ν. 3051/2002, «Συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές, τροποποίηση και συμπλήρωση του συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και συναφείς ρυθμίσεις», (ΦΕΚ τ. Α’ αρ. φ. 220/20.9.2002), «…2. Διαγωνιστικές διαδικασίες με αντικείμενο τη χορήγηση αδειών για τη λειτουργία των τηλεοπτικών σταθμών ελεύθερης λήψης…οι οποίες δεν έχουν ολοκληρωθεί κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος νόμου και στις οποίες η συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων των αιτούντων έχει ελεγχθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 5 του Ν. 2328/1995 και του άρθρου 5 παρ. 3 εδάφ. α΄ του Ν. 2644/1998, καταργούνται…3. Οι τηλεοπτικοί σταθμοί...οι οποίοι, κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου, θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 2644/1998, εξακολουθούν να θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες μέχρι την πρώτη εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2328/1995 με την έκδοση αδειών λειτουργίας για την αντίστοιχη γεωγραφική περιοχή…».

Στη συνέχεια, κινήθηκαν από το ελληνικό κράτος νέες διαδικασίες αδειοδότησης, κατόπιν σχετικών προκηρύξεων του Ε.Σ.Ρ., οι οποίες επίσης δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ. Ακολούθησε η δημοσίευση του ν. 3444/2006, «Σύσταση «Εθνικού Οπτικοακουστικού Αρχείου» - Ρύθμιση θεμάτων Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας, Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και άλλες διατάξεις», (ΦΕΚ τ. Α’ αρ. φ. 46/2.3.2006), σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 7 περ. β’ του οποίου, «Οι προκηρύξεις για τη χορήγηση αδειών τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών θα εκδοθούν μέχρι τις 30.6.2006».

Περαιτέρω, με το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3548/2007, «Καταχώριση δημοσιεύσεων των φορέων του Δημοσίου στο νομαρχιακό και τοπικό Τύπο και άλλες διατάξεις.», (ΦΕΚ τ. Α’ αρ. φ. 68/20.3.2007), παρατάθηκε η τελευταία αυτή προθεσμία μέχρι την 30.6.2007. Ο μεταγενέστερος δε ν. 3592/2007, «Συγκέντρωση και αδειοδότηση Επιχειρήσεων Μέσων Ενημέρωσης και άλλες διατάξεις.», (ΦΕΚ τ. Α΄ αρ. φ. 161/19.7.2007), όρισε στο άρθρο 5 παρ. 7 (α) αυτού ότι, «Ως νομίμως λειτουργούντες τηλεοπτικοί σταθμοί εθνικής εμβέλειας νοούνται αυτοί που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού ελεύθερης λήψης και ειδική άδεια τεχνικής δικτύωσης προκειμένου να αποκτήσουν εθνική εμβέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του  άρθρου 4 του ν. 1866/1989 (ΦΕΚ 222 Α`), η οποία έχει παραταθεί με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 2328/1995 (ΦΕΚ 159 Α`), του άρθρου 4 του ν. 2438/1996 (ΦΕΚ 211 Α`), της παρ. 3 του άρθρου 17 του ν. 2644/1998 (ΦΕΚ 233 Α`) και της παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 3021/2002 (ΦΕΚ 143 Α`). Ως νομίμως λειτουργούντες τηλεοπτικοί περιφερειακοί σταθμοί νοούνται εκείνοι που θεωρείται ότι λειτουργούν νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 2644/1998 και της παρ. 3 του άρθρου 19 του ν. 3051/2002 (ΦΕΚ 220 Α`), της παρ. 7 του άρθρου 15 του ν. 3444/2006 (ΦΕΚ 46 Α`) και κάθε άλλης σχετικής διάταξης, όπως ισχύουν κάθε φορά.».

Η ίδια πάντοτε προθεσμία παρατάθηκε:
  (α) Μέχρι την 31.10.2008 με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3640/2008, «Κύρωση Συμφωνίας Στρατηγικής Συνεργασίας μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Εταιρειών Microsoft Corporation, Microsoft Ireland Operation Limited και Μάικροσοφτ Ελλάς Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Προϊόντων και Υπηρεσιών Πληροφορικής και άλλες διατάξεις.», (ΦΕΚ τ. Α’ αρ. φ. 22/14.2.2008). 
  (β) Μέχρι την 30.6.2009 με τα άρθρο 9 του ν. 3723/2008, «Ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης και άλλες διατάξεις.», (ΦΕΚ τ. Α αρ. φ. 250/9.12.2008). 
  (γ) Μέχρι την 31.12.2009 με το άρθρο 37 του ν. 3775/2009, «Κανόνες Τεκμηρίωσης Ενδοομιλικών Συναλλαγών, Κανόνες Υποκεφαλαιοδότησης Επιχειρήσεων, Διαδικασία Ταχείας Αδειοδότησης και άλλες διατάξεις», (ΦΕΚ τ. Α’ αρ. φ. 122/21.7.2009).
  (δ) Μέχρι την 31.12.2010 με το άρθρο 29 παρ. 4 του ν. 3838/2010, «Σύγχρονες διατάξεις για την Ελληνική Ιθαγένεια και την πολιτική συμμετοχή ομογενών και νομίμως διαμενόντων μεταναστών και άλλες ρυθμίσεις», (ΦΕΚ τ. Α αρ. φ. 49/24.3.2010).
  (ε) Μέχρι την 31.12.2011 με το άρθρο 49 παρ. 8 του ν. 3905/2010, «Ενίσχυση και ανάπτυξη της κινηματογραφικής τέχνης και άλλες διατάξεις.», (ΦΕΚ τ. Α΄ αρ. φ. 219/23.12.2010).

2.4. Ο παράνομος χαρακτήρας των συνεχών παρατάσεων των αδειών λειτουργίας των ήδη λειτουργούντων παρανόμως ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών.

Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 560 από 8.2.2012 Απόφαση του ΣτΕ,  «…η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 2644/1998, σχετικά με την νομιμοποίηση της λειτουργίας ορισμένων παρανόμως λειτουργούντων τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίοι θεωρούνται υπό προθεσμίαν ως «νομίμως λειτουργούντες», θεσπίσθηκε σε χρόνο, κατά τον οποίο είχαν ήδη κινηθεί, με την έκδοση προκηρύξεων, και ήσαν εν εξελίξει διαγωνιστικές διαδικασίες κατά τις πάγιες διατάξεις του ν. 2328/1995, ευλόγως δε αναμενόταν η ολοκλήρωσή τους σε σχετικά βραχύ χρονικό διάστημα, με την έκδοση των αντιστοίχων αδειών, και η συνακόλουθη λήξη της ισχύος της διατάξεως αυτής. Αντιθέτως, με τις διατάξεις του άρθρου 19 του μεταγενέστερου ν. 3051/2002 παρατάθηκε το καθεστώς λειτουργίας των ίδιων τηλεοπτικών σταθμών επ’ αόριστον, εφ’ όσον με αυτές καταργήθηκαν οι αρξάμενες διαγωνιστικές διαδικασίες χωρίς να έχουν προκηρυχθεί νέες και χωρίς να τάσσεται στην Διοίκηση εύλογη προθεσμία, μέσα στην οποία θα έπρεπε να έχει ολοκληρώσει την χορήγηση αδειών στους τηλεοπτικούς σταθμούς περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας. Όμως, όπως έχει κριθεί με την απόφαση 3578/2010 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η υπό τις εκτεθείσες συνθήκες επ’ αόριστον ανοχή της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίοι ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως, αντίκειται προς το Σύνταγμα. Πρώτον μεν αντιβαίνει προς την θεμελιώδη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου, από την οποία απορρέει η υποχρέωση του Κράτους να εγγυάται υπέρ των πολιτών την πιστή εφαρμογή του νόμου και να προασπίζει τα δημόσια αγαθά. Τούτο επιτυγχάνεται με την αποτελεσματική λειτουργία των κρατικών υπηρεσιών εφαρμογής και επιβολής του νόμου. Έτσι διαφυλάσσεται το κύρος του νόμου και επιβεβαιώνεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στην έννομη τάξη, που πρέπει να γίνεται από όλους σεβαστή. Δημόσιο δε αγαθό αποτελούν οι αριθμητικά περιορισμένες ραδιοσυχνότητες για την πραγματοποίηση τηλεοπτικών εκπομπών αναλογικού σήματος, το δημόσιο αυτό αγαθό προσβάλλεται όταν η χρήση των ραδιοσυχνοτήτων γίνεται χωρίς την απαιτούμενη διοικητική άδεια, δηλαδή αυθαιρέτως και παρανόμως. Δεύτερον δε, η επίμαχη ρύθμιση αντιβαίνει προς την συνταγματική αρχή της ισότητας. Διότι θέτει τους πολίτες εκείνους, οι οποίοι, ενώ είχαν πιθανώς την βούληση και την πραγματική δυνατότητα να ιδρύσουν τηλεοπτικό σταθμό, δεν το έπραξαν αυθαιρέτως παραβαίνοντες τον νόμο, σε εξόχως μειονεκτική μοίρα σε σχέση με τους πολίτες εκείνους, οι οποίοι, με την αυθαίρετη κατάληψη ραδιοσυχνότητας, ίδρυσαν παρανόμως, χωρίς δηλαδή άδεια, τηλεοπτικό σταθμό. Πράγματι, οι παρανομήσαντες πολίτες νέμονται τομέα της αγοράς τηλεοπτικών υπηρεσιών, η λειτουργία της οποίας συνδέεται με την, καίριας σημασίας σε μία δημοκρατική πολιτεία, άσκηση των δικαιωμάτων του πληροφορείν και του πληροφορείσθαι. Επομένως, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 19 του ν. 3051/2002 ήταν ήδη κατά τον χρόνο θεσπίσεώς της αντισυνταγματική…».

Πλην όμως και παρά την ανωτέρω σταθερή (2010 και μετά) κρίση του ΣτΕ περί αντισυνταγματικότητας των ανωτέρω διατάξεων του ν. 3051/2002, 6 ημέρες πριν την δημοσίευση της υπ’ αριθ. 560 από 8.2.2012 Απόφασης του ΣτΕ (η οποία είχε κριθεί στις από Σεπτέμβριο και Νοέμβριο του 2011 διασκέψεις του Δ’ Τμήματος του ΣτΕ), εκδόθηκε ο ν. 4038/2012, «Επείγουσες ρυθμίσεις που αφορούν την εφαρμογή του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015», (ΦΕΚ τ. Α’ αρ. φ. 14/2.2.2012), σύμφωνα με το άρθρο 8 του οποίου, «1. Οι αναφερόμενοι στο άρθρο 5 παρ. 7α του ν. 3592/2007 (Α` 161) ως νομίμως λειτουργούντες τηλεοπτικοί σταθμοί εθνικής εμβέλειας εξακολουθούν να λειτουργούν νομίμως μέχρι την έκδοση της απόφασης για τη χορήγηση αδειών παροχής περιεχομένου επίγειας ψηφιακής εκπομπής, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 13 του ίδιου νόμου, υπό τον όρο της συμμετοχής τους στην οικεία διαγωνιστική διαδικασία η οποία θα διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του ως άνω νόμου…».

2.5. Η νομοθετική πρωτοβουλία της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Μετά από 26 χρόνια λειτουργίας ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών, χωρίς θεσμικό πλαίσιο και με όσες, σχετικές με το αδειοδοτικό καθεστώς, διατάξεις που έχουν ψηφιστεί μετά το ν. 1866/1989 να μην έχουν εφαρμοστεί ποτέ, καταλείποντας τον σπάνιο δημόσιο πόρο του φάσματος ραδιοσυχνοτήτων βορά στα ιδωτικά επιχειρηματικά συμφέροντα, ψηφίστηκε πρόσφατα ο ν. 4339/2015,   «Αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης - Ιδρυση συνδεδεμένης με την E.P.Τ. Α.Ε. ανώνυμης εταιρίας για την ανάπτυξη δικτύου επίγειας ψηφιακής ευρυεκπομπής - Ρύθμιση θεμάτων Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ. Τ.) - Εθνική Επικοινωνιακή Πολιτική, Οργάνωση της Επικοινωνιακής Διπλωματίας - Σύσταση Εθνικού Κέντρου Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας και Μητρώου Επιχειρήσεων Ηλεκτρονικών Μέσων Ενημέρωσης - Τροποποίηση διατάξεων του Ν. 4070/2012 (Α' 82) και άλλες διατάξεις.», (ΦΕΚ τ. Α΄ αρ. φ. 133/29.10.2015), στόχος του οποίου αποτελεί κατά δήλωση του αρμοδίου Υπουργού κ. Παππά η διαμόρφωση διαφανούς και επωφελούς για το Δημόσιο πλαισίου αδειοδότησης.

Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 2 του νέου ν. 4339/2015, «...4. Με απόφαση του Υπουργού στον οποίο ανατίθενται εκάστοτε οι αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, μετά από αιτιολογημένη γνώμη του Ε.Σ.Ρ. και δημόσια διαβούλευση, καθορίζεται ο αριθμός των δημοπρατούμενων αδειών παρόχου περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης ανά κατηγορία εμβέλειας (εθνικής ή περιφερειακής), προγράμματος (ενημερωτικού ή μη ενημερωτικού), είδος περιεχομένου σε περίπτωση ενημερωτικού προγράμματος (γενικού ή θεματικού περιεχομένου), είδος στόχευσης (γενικής ή ειδικής) σε περίπτωση μη ενημερωτικού προγράμματος και είδος θεματικού περιεχομένου σε περίπτωση προγράμματος ειδικής στόχευσης. H τιμή εκκίνησης ανά κατηγορία δημοπρατούμενης άδειας καθορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού στον οποίο ανατίθεται εκάστοτε οι αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, μετά από γνώμη του Ε.Σ.Ρ..
5. Η χρονική διάρκεια των αδειών παρόχων περιεχομένου είναι δέκα (10) έτη από την ημερομηνία της έκδοσής τους.
6. Η διαδικασία της αδειοδότησης των παρόχων περιεχομένου μέσω δημοπρασίας διεξάγεται με την έκδοση προκήρυξης από το Ε.Σ.Ρ., σύμφωνα με τους όρους του παρόντος. Προκηρύξεις από το Ε.Σ.Ρ. είναι δυνατόν να εκδίδονται ξεχωριστά ανά κατηγορία αδειών...».

Κατά συνέπεια, μέχρι να εκδοθούν οι προβλεπόμενες από τις ανωτέρω διατάξεις Υ.Α. για τον αριθμό των αδειών, την τιμή δημοπράτησης αυτών και στη συνέχεια μέχρι να προκηρυχθούν από το Ε.Σ.Ρ. οι εν λόγω μέλλουσες να δημοπρατηθούν άδειες, και να ολοκληρωθεί η διαγωνιστική διαδικασία, οι ήδη υπάρχοντες ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί συνεχίζουν και θα συνεχίσουν να λειτουργούν βάσει αδειών που το ανώτατο ακυρωτικό Δικαστήριο της χώρας έχει επανειλημμένα κρίνει ως παράνομες.




3. Οι νόμοι για το «Βασικό Μέτοχο» που δεν εφαρμόστηκαν ποτέ.

Πέραν του γεγονότος ότι οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί λειτουργούν παρανόμως, εδώ και 26 χρόνια, εκμεταλλευόμενοι έναν σπάνιο δημόσιο πόρο, με όλες τις κυβερνήσεις από το 1989 μέχρι σήμερα να έχουν «ανεχθεί» αυτή τη λειτουργία, επιχειρήθηκε στο παρελθόν να δοθεί προς τους πολίτες μία επίφαση διαφάνειας στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των εν λόγω σταθμών.

Μετά το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων με το οποίο προστέθηκε παράγραφος 9 στο άρθρο 14 του Συντάγματος, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω εκδόθηκε ο ν. 3021/2002 της κυβέρνησης Σημίτη, σύμφωνα με το άρθρο 2, «Απαγόρευση σύναψης δημοσίων συμβάσεων με επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης» του οποίου, «1. Απαγορεύεται η σύναψη δημοσίων συμβάσεων με επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης, καθώς και με τους εταίρους, τους βασικούς μετόχους[10], τα μέλη των οργάνων διοίκησης και τα διευθυντικό στελέχη των επιχειρήσεων αυτών.
Επίσης, απαγορεύεται η σύναψη δημοσίων συμβάσεων με επιχειρήσεις των οποίων εταίροι ή βασικοί μέτοχοι ή μέλη οργάνων διοίκησης ή διευθυντικό στελέχη είναι επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης ή εταίροι ή βασικοί μέτοχοι ή μέλη οργάνων διοίκησης ή διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης.
            2. Η απαγόρευση σύναψης δημοσίων συμβάσεων καταλαμβάνει επίσης:
           α) τους συζύγους και τους συγγενείς, σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι και τετάρτου βαθμού, των φυσικών προσώπων που υπάγονται στην παράγραφο 1, εφόσον δεν μπορούν να αποδείξουν ότι διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με τα πρόσωπα αυτά[11]...
            3. Από την απαγόρευση του παρόντος όρθρου εξαιρούνται οι δημόσιες συμβάσεις των οποίων το αντικείμενο έχει άμεση ή έμμεση σχέση με το αντικείμενο των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης. Επίσης, εξαιρούνται οι δημόσιες συμβάσεις που καταρτίζονται με επιχειρήσεις των οποίων βασικός μέτοχος είναι πολιτικό κόμμα που εκπροσωπείται στη βουλή των ελλήνων, ή εκπρόσωπος αυτού, εκτός εάν στις επιχειρήσεις αυτές συμμετέχει άλλος βασικός μέτοχος που κατέχει τις ασυμβίβαστες ιδιότητες του άρθρου 3[12].».

Οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 1 έως 6 του ν. 3021/2002, ως προς την απαγόρευση ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων στους «Βασικούς Μετόχους» των εταιρειών που κατέχουν Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (Μ.Μ.Ε.), κρίθηκαν αντισυνταγματικές με την υπ’ αριθ. 3470/2011 Απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας[13].

Πλην όμως, είχαν ήδη καταργηθεί με το άρθρο 12 παρ. 26 του ν. 3310/2005, «Μέτρα για τη διασφάλιση της διαφάνειας και την αποτροπή καταστρατηγήσεων κατά τη διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων.», (ΦΕΚ τ. Α' αρ. φ. 30/14.2.2005), της κυβέρνησης Καραμανλή, ο οποίος έθετε αυστηρότερα πλαίσια ως προς την έννοια του «Βασικού Μετόχου», θέτοντας το όριο του ποσοστού συμμετοχής του τελευταίου στην ιδιοκτήτρια εταιρεία Μ.Μ.Ε. από το 5% που όριζε ο ν. 3021/2002 στο 1% πλέον.

Bέβαια, λίγους μόλις μήνες μετά την ψήφιση του ανωτέρω ν. 3310/2005 αυτός τροποποιήθηκε με το ν. 3414/2005, «Τροποποίηση του ν. 3310/2005 "Μέτρα για τη διασφάλιση της διαφάνειας και την αποτροπή καταστρατηγήσεων κατά τη διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων" (ΦΕΚ 30/Α΄/14.2.2005).», (ΦΕΚ τ. Α΄ αρ. φ. 279/10.11.2005), θέτοντας πλέον ως βασικό κριτήριο ασυμβιβάστου ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων σε «Βασικούς Μετόχους» ιδιοκτητριών εταιρειών Μ.Μ.Ε. την   ύπαρξη καταδικαστικής απόφασης για ενεργητική διαφθορά και ειδικότερα ορίζοντας πλέον ότι, «…Η διαπίστωση της ασυμβίβαστης ιδιότητας γίνεται, ξεχωριστά, για κάθε διαγωνιστική διαδικασία ή διαδικασία ανάθεσης από την Αναθέτουσα Αρχή και ελέγχεται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5 του νόμου αυτού, εφόσον, λόγω της συνδρομής της κατά τα ως άνω ασυμβίβαστης ιδιότητας, αποδειχθεί με οριστική δικαστική απόφαση που έχει ισχύ δεδικασμένου ότι συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού εξαιτίας ενεργητικής διαφθοράς, κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 1 εδ. β΄ της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ της 31.3.2004, όπως η περίπτωση αυτή ορίζεται στο άρθρο 3 της Πράξης του Συμβουλίου της 26ης Μαΐου 1997 (ΕΕ C195 της 25.6.1997). Για την εφαρμογή του νόμου αυτού, ενεργητική διαφθορά στοιχειοθετείται όταν οποιοσδήποτε, εκ προθέσεως, υπόσχεται ή παρέχει σε υπάλληλο της Αναθέτουσας Αρχής, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, οποιασδήποτε φύσεως ωφέλημα για τον εαυτό του ή για τρίτο, προκειμένου ο υπάλληλος να τελέσει ή να μην τελέσει πράξη εκ των καθηκόντων του ή κατά την άσκηση των καθηκόντων του, κατά παράβαση των νόμιμων καθηκόντων του. Με την οριστική καταδικαστική απόφαση που έχει ισχύ δεδικασμένου πρέπει να διαπιστώνεται η ανωτέρω αξιόποινη πράξη της επιχείρησης Μ.Μ.Ε., με την οποία συνδέεται ο υποψήφιος εξαιτίας της κατά τα ως άνω συνδρομής των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων και απαγορεύσεων του νόμου αυτού και να αποδεικνύεται η τέλεση της αξιόποινης πράξης του υποψηφίου αυτού και η ιδιότητά του ως φυσικού αυτουργού ή ηθικού αυτουργού ή συναυτουργού ή άμεσου συνεργού στην τέλεση του αδικήματος της ενεργητικής διαφθοράς…».

Βάσει της ανωτέρω τροποποίησης, ο νόμος για τον «Βασικό Μέτοχο» κατέστη ανενεργός, με αποτέλεσμα να παραμένει αδιαφανές και το πλαίσιο αδειοδότησης των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών και το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εταιρειών που ελέγχουν τα Μ.Μ.Ε.

Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται αβίαστα είναι το εξής: Η συνεχιζόμενη παρανομία του ελληνικού κράτους και συγκεκριμένα των αρμοδίων Υπουργών και των υπευθύνων ελληνικών κυβερνήσεων, σε σχέση με έναν σπάνιο δημόσιο πόρο, όπως το φάσμα ραδιοσυχνοτήτων, σε βάρος των συμφερόντων του ελληνικού Δημοσίου και παρά την κατάφαση της παρανομίας αυτής από την ελληνική Δικαιοσύνη (της μίας εκ των τριών διακριτών εξουσιών βάσει του Συντάγματος) και δη από το ανώτατο ακυρωτικό Δικαστήριο της χώρας, δεν θα πρέπει να καταλογιστεί κάποτε σε συγκεκριμένα πρόσωπα και να αποδοθούν οι ανάλογες αστικές και ποινικές ευθύνες; 

Τρύφωνας Κόλλιας
Δικηγόρος Αθηνών, LL.M.
Μέλος της Ομάδας Διαχείρισης του
Βήματος Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων

Email: trifkollias@yahoo.gr




[1] βλ. άρθρο 2 του ν. 2867/2000, «Οργάνωση και λειτουργία των τηλεπικοινωνιών και άλλες διατάξεις», (ΦΕΚ τ. Α΄ αρ. φ. 273/19.12.2000).
[2] βλ. άρθρο 3 παρ. 8 του ν. 2246/1994, «Οργάνωση και λειτουργία του τομέα τηλεπικοινωνιών.», (ΦΕΚ τ. Α΄  αρ. φ. 172/20.10.1994)
[3] βλ. ΣτΕ 560/2012, 3578/2010 Ολομ.
[4] βλ. άρθρα 23 παρ. 1 του ν. 3431/2006, «Περί Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και άλλες διατάξεις», (ΦΕΚ τ. Α΄ αρ. φ. 13/3.2.2006) και 20 παρ. 1 του ν. 4070/2012, «Ρυθμίσεις Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, Μεταφορών, Δημοσίων Έργων και άλλες διατάξεις.», (ΦΕΚ τ. Α΄ αρ. φ. 82/10.04.2012).
[5] βλ. ΣτΕ 2126/2013, 2631/2008, 2632/2003, 182/2002 7μ.
[6] βλ. άρθρο 4 του νόμου 1866/1989
[7][7] Κατά το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 1806/1988 (Α' 207) ορίζεται ότι: "Η Τράπεζα της Ελλάδος και ο κατά το άρθρο 8 παρ.1 του Ν. 1738/1987  αρμόδιος αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορούν να ελέγχουν την προέλευση των μέσων χρηματοδότησης των εκδοτικών επιχειρήσεων ημερησίου τύπου καθώς και επιχειρήσεων που ασχολούνται με την ίδρυση ή λειτουργία ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών σταθμών.
[8] βλ. ΦΕΚ Β΄ 713, 732, 843/1993
[9] Βλ. άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2328/1995
[10] Σύμφωνα με το άρθρο 1, «Ορισμοί», παρ. 4 του ν. 3021/2002, «Βασικός Μέτοχος», θεωρείται, «Ο μέτοχος ο οποίος, είτε βάσει του αριθμού των μετοχών που έχει στην κυριότητά του, υπολογιζόμενου αυτοτελώς ή συγκρινόμενου με τον αριθμό μετοχών των άλλων μετόχων της εταιρείας είτε βάσει των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει ή άλλων ειδικών δικαιωμάτων που του παρέχει ο νόμος ή το καταστατικό της εταιρείας είτε βάσει γενικών ή ειδικών συμφωνιών που έχει συνάψει με την εταιρεία ή άλλους μετόχους ή τρίτα πρόσωπα που εξαρτώνται οικονομικά από αυτόν ή ενεργούν για λογαριασμό του, μπορεί να επηρεάζει ουσιωδώς τη λήψη των αποφάσεων που λαμβάνουν τα αρμόδια όργανα ή στελέχη της εταιρείας σχετικό με τον τρόπο διοίκησης και της εν γένει λειτουργίας της αντίστοιχης επιχείρησης.
Ειδικότερα, βασικός μέτοχος θεωρείται ιδίως:
Α. Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, ανεξάρτητα από το ύψος του ποσοστού επί του συνολικού μετοχικού κεφαλαίoυ που ανήκει στην κυριότητά του:
α) είναι κύριος αριθμού μετοχών που υπερβαίνει τον αριθμό μετοχών που ανήκει σε κάθε άλλο μέτοχο ή είναι ίσος με τον αριθμό μετοχών άλλου μετόχου της περίπτωσης αυτής, ή
β) κατέχει, είτε από το καταστατικό της εταιρείας είτε μέσω εκχώρησης σχετικού δικαιώματος άλλων μετόχων, την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική συνέλευση, ή
γ) έχει το δικαίωμα, είτε από το νόμο, είτε από το καταστατικό της εταιρείας είτε μέσω εκχώρησης σχετικού δικαιώματος άλλων μετόχων, να διορίζει ή να ανακαλεί δύο τουλάχιστον μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ή ένα μέλος εφόσον αυτό ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου ή αντιπροέδρου ή διευθύνοντος ή εντεταλμένου ή συμπράττοντος συμβούλου ή, εν γένει, συμβούλου με εκτελεστικά καθήκοντα, ή
δ) είναι κύριος ποσοστού επί του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου ή κάτοχος δικαιωμάτων ψήφου που αντιστοιχούν τουλάχιστον στο ήμισυ του μετοχικού κεφαλαίoυ που εκπροσωπήθηκε και άσκησε το δικαίωμα ψήφου κατά τη λήψη της απόφασης της γενικής συνέλευσης για την εκλογή ή την ανάκληση του εκάστοτε τελευταίου διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας ή της πλειοψηφίας των μελών αυτού, ή
ε) καταρτίζει, αμέσως ή εμμέσως, συμβάσεις και εν γένει συμφωνίες με την εταιρεία, από τις οποίες η τελευταία αποκτά έσοδα ή άλλα οικονομικά οφέλη τα οποία αντιστοιχούν τουλάχιστον στο ένα πέμπτο των ακαθόριστων εσόδων της εταιρείας κατά το εκάστοτε προηγούμενο έτος.
Β. Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο:
α) είναι κύριος αριθμού μετοχών που αντιστοιχεί, ως ποσοστό, τουλάχιστον στο πέντε τοις εκατό (5%) του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου ή
β) είναι κύριος δικαιωμάτων ψήφου που αντιστοιχούν, ως ποσοστό, τουλάχιστον στο πέντε τοις εκατό (5%) του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική συνέλευση της εταιρείας.
Για τον υπολογισμό του ποσοστού επί του μετοχικού κεφαλαίoυ ή των δικαιωμάτων ψήφου που αναφέρονται στα υπό Α` και Β` εδάφια της παρούσας παραγράφου λαμβάνεται υπόψη και ο αριθμός των μετοχών ή των δικαιωμάτων ψήφου που ανήκουν ή κατέχονται:
-από παρένθετα πρόσωπα,
-από επιχειρήσεις που ελέγχονται από τον ίδιο μέτοχο,
-από άλλο μέτοχο με τον οποίο έχει συναφθεί συμφωνία για τη διαμόρφωση, μέσω συντονισμένης άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που διαθέτει, διαρκούς κοινής πολιτικής ως προς τη διοίκηση της εταιρείας.
Επίσης, υπολογίζονται τα δικαιώματα ψήφου τα οποία κατέχονται βάσει συμβάσεως ενεχύρου ή επικαρπίας ή ως συνέπεια λήψης ασφαλιστικού μέτρου σε βάρος του κυρίου των αντίστοιχων μετοχών, καθώς και ο αριθμός μετοχών που δεν ανήκουν στην κυριότητά του αλλά από τις οποίες ο μέτοχος αυτός δικαιούται να λαμβάνει μέρισμα. Αριθμός μετοχών ή δικαιωμάτων ψήφoυ που αποκτώνται λόγω κληρονομικής διαδοχής υπολογίζονται μετά την παρέλευση τριών μηνών από την απόκτησή τους.»
[11] Η ως άνω διάταξη της περ. α` της παρ.2 του άρθρου 2 , κατά το μέρος που ορίζει ότι οι συγγενείς των ιδιοκτητών, βασικών μετόχων, εταίρων και διευθυντικών στελεχών των επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης που μπορεί να ασκούν αθέμιτη επιρροή στη διαδικασία ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων, δεν λογίζονται ως παρένθετα πρόσωπα, αν αποδείξουν ότι διαθέτουν οικονομική αυτοτέλεια, κρίθηκε ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ με την υπ` αριθμ.3670/2006 απόφαση ΣτΕ (Ολομέλεια) και 3242/2004 απόφαση ΣτΕ.
[12] Σύμφωνα με την παρ.4 του άρθρου 23 του Ν. 3166/2003 (ΦΕΚ Α 178) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: «Το εδάφιο β` της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του ν. 3021/2002 εφαρμόζεται αναλόγως και για τις επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης των οποίων βασικός μέτοχος ή βασικός μέτοχος του βασικού μετόχου είναι το Ελληνικό Δημόσιο.».
[13] Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 3470/2011 Απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, «…Δεδομένου, δε, ότι σκοπός των διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος είναι η αποτροπή, όχι βεβαίως κάθε εν γένει επιρροής, των μέσων ενημέρωσης στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας, η οποία είναι, άλλωστε, σύμφυτη με το ρόλο των μέσων αυτών στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες, αλλά μόνον της συγκεκριμένης αθέμιτης επιρροής, που μπορεί να ασκηθεί στα πλαίσια μιας διαδικασίας αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως, με σκοπό την επίτευξη συνάψεως της σχετικής συμβάσεως, κατά την έννοια των συνταγματικών αυτών διατάξεων ο κοινός νομοθέτης μπορεί να επιβάλλει ως κύρωση την απαγόρευση της σύναψης σύμβασης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία σε διαδικασία για την ανάθεση δημοσίας συμβάσεως συμμετέσχε πρόσωπο (φυσικό ή νομικό), στο οποίο συνέτρεχε μια από τις ως άνω ασυμβίβαστες ιδιότητες και το οποίο, περαιτέρω, κατά τη διαδικασία της αναθέσεως από τις αρμόδιες αναθέτουσες αρχές προέβη αποδεδειγμένα σε παράνομη ή αθέμιτη ενέργεια , προκειμένου να επιτύχει να του ανατεθεί, τελικώς, η εν λόγω δημόσια σύμβαση, με αποτέλεσμα να παραβιασθούν οι αρχές της προστασίας κατά του αθεμίτου ανταγωνισμού και της διαφάνειας…Ενόψει όμως της εννοίας των διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, όπως αυτή εξετέθη στην προηγούμενη σκέψη και σύμφωνα με την οποία μόνη η συνδρομή μιας εκ των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων δεν μπορεί να οδηγήσει στην απαγόρευση αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως, αν δεν αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι κατά τη διαδικασία της αναθέσεως της συγκεκριμένης δημοσίας συμβάσεως, το εν λόγω πρόσωπο, το φέρον την προαναφερθείσα ιδιότητα προέβη αποδεδειγμένα σε παράνομη ή αθέμιτη ενέργεια , προκειμένου να επιτύχει να του ανατεθεί, τελικώς, η εν λόγω δημόσια σύμβαση, το όλο πλέγμα των διατάξεων του νόμου 3021/2002, ο οποίος στηρίζεται σε αντίθετη ερμηνεία των διατάξεων του εν λόγω άρθρου του Συντάγματος και με τον οποίο προσδιορίζονται οι συνέπειες της συνδρομής των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων του εν λόγω άρθρου, προσκρούουν στην αληθή έννοια αυτού και ως αντίθετες με αυτό δεν είναι εφαρμοστέες…»

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *